Παιδιά

«Ένα παιδί αναρωτιέται: Τελείωσα το Νηπιαγωγείο. Άραγε μπορώ να πάω Πρώτη Δημοτικού;;;»- μια περιγραφική απεικόνιση της σχολικής ετοιμότητας

 

very_happy_child

Δέσποινα Δοντά

Ειδική Παιδαγωγός- MA Special Educational Needs

University of Leeds, UK

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6936505684

Τελείωσαν οι καλοκαιρινές διακοπές και αγόρασα μεγάλη τσάντα, κασετίνα, μολύβια, γόμες, αριθμητήριο και πολλάάάάά βιβλία. Αφού τα φορτώθηκα στην πλάτη, πήγα στο μεγάλο σχολείο. Κι όμως ήμουν στη πιο μικρή τάξη τελικά. Σκέφτηκα: «Είμαι έτοιμη για να πάω στην πρώτη Δημοτικού;;;»

Θυμήθηκα τότε τη μαμά μου, που μου διάβαζε πολλά παραμύθια και άλλα βιβλία. Μου μάθαινε τους αριθμούς των σελίδων και μετρούσαμε μαζί, μου έδειχνε πώς να τις γυρίζω και να την ακούω προσεκτικά να χρωματίζει τη φωνή της μέχρι να φτάσει στο τέλος. Εκείνη δε βιαζόταν να τελειώσει την ιστορία. Καθόταν υπομονετικά κοντά μου μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Σταματούσε πού και πού και με ρωτούσε «Πού;», «Ποιος;», «Γιατί;», «Τι θα έκανες εάν…», «Τι νομίζεις ότι θα γίνει στο τέλος;» Έτσι, ένιωθα κι εγώ ήρωας της ιστορίας. Μού έδειχνε τα κεφαλαία γράμματα στην αρχή των προτάσεων και βάζοντας το δάχτυλό μου κάτω από τις λέξεις καταλάβαινα ποια ήταν πιο μεγάλη. Έμαθα να αγαπώ τα βιβλία και τώρα θα τα προσέχω να μην τσαλακωθούν μέσα στη μεγάλη μου τσάντα.

Ακόμα, η μαμά μου πάντα μού μιλούσε για τα σημαντικά γεγονότα, τα γενέθλια, τις γιορτές, τα έθιμα. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι τα γενέθλιά μου είναι το καλοκαίρι, γιατί έσβησα κεράκια στο εξοχικό μας κοντά στη θάλασσα, ενώ τα Χριστούγεννα είναι το χειμώνα, γιατί φοράω το ωραίο μου κασκόλ όταν λέω τα κάλαντα στον παππού. Α! Έμαθα και τις μέρες. Πιο πολύ μου αρέσει το Σάββατο που δεν έχω σχολείο.

Τα Σάββατα η μαμά μου μού έδινε ένα βιβλίο με εικόνες κι εγώ έβρισκα τα διαφορές ή έφτιαχνα μοτίβα με διάφορα σχήματα και χρώματα. Παίζαμε παιχνίδια μνήμης ή με κάρτες με αλληλουχίες και φτιάχναμε ιστορίες. Το καλύτερό μου ήταν όταν κάναμε φανταστικό παιχνίδι. Ήταν στ’ αλήθεια φανταστικό!!! Παίζαμε τη φουρνάρισσα και την πελάτισσα, παίζαμε supermarket, κομμωτήριο, εστιατόριο, κάναμε τις δασκάλες. Όταν με έκανε βοηθό της στις δουλειές τρελαινόμουν. Έτσι έμαθα να γίνομαι σιγά σιγά υπεύθυνη αλλά και να ζητώ βοήθεια για όσα ακόμη δεν μπορώ να καταφέρω. Αλλά μια μέρα θα τα καταφέρω.

Τα απογεύματα πηγαίνουμε στην παιδική χαρά και κάνω ποδήλατο στρίβοντας δεξιά κι αριστερά ή παίζω μπάλα ή πηδάω το λάστιχο λέγοντας τραγουδάκια. Αν βρέχει μένω σπίτι και φτιάχνω παζλ ή λέμε τραγουδάκια ή αστεία. Ακόμα, μου αρέσει πολύ να κάθομαι με τον παππού και τη γιαγιά και να μου λένε ιστορίες αληθινές από το χωριό. Είχαν και ένα γαϊδουράκι, τη Χανούμα.

Τέλος, έχω μάθει να είμαι ευγενική, να λέω «Ευχαριστώ», « Παρακαλώ» και να καταλαβαίνω πότε κάποιος είναι χαρούμενος ή λυπημένος και τον ρωτάω τότε τι έχει.

Αφού, λοιπόν, έχω μάθει τόσα πολλά, δε χρειάζεται να φοβάμαι και τόσο. Εξάλλου, έχω τόσους που μ’ αγαπούν και θα είναι κοντά μου να με βοηθήσουν στα πρώτα μου Μεγάλα βήματα.


Πώς να αντιμετωπίσω τη Διάσπαση Προσοχής του παιδιού μου;

Δέσποινα Δοντά

Ειδική Παιδαγωγός- MA Special Educational Needs

University of Leeds, UK

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6936donta505684

Η Διαταραχή της Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ/Υ) είναι μια νευροβιολογική διαταραχή με κληρονομικό χαρακτήρα, η οποία σε ένα σημαντικό ποσοστό συνεχίζει να υπάρχει και στην ενήλικη ζωή. Ένα παιδί διαγιγνώσκεται συνήθως με ΔΕΠ/Υ μεταξύ 3-7 ετών, μιας και τότε η σχολική ένταξή του με τις απαιτήσεις της για ακολουθία κανόνων, οργάνωση, συγκέντρωση, ολοκλήρωση δραστηριοτήτων, αποκαλύπτει σημάδια που ταιριάζουν σε προφίλ παιδιού με τη διαταραχή.

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τους γονείς να κατανοήσουν γιατί το παιδί τους φέρεται διαφορετικά, ώστε να δραστηριοποιηθούν προκειμένου να μάθουν τεχνικές διαχείρισης της συμπεριφοράς τους και των συναισθημάτων τους αλλά και τρόπους εποικοδομητικής επικοινωνίας μαζί τους.

Μια καλή αρχή χρειάζεται γερές βάσεις. Ξεκινήστε με τα σωστά βήματα:

Α) Προσπαθήστε να βελτιώσετε τη δική σας συμπεριφορά

  • Αποφύγετε τις κριτικές. Βλέποντας τις συμπεριφορές του παιδιού σας ως σκόπιμες και προκλητικές αυτό θα μπορούσε να είναι καταστροφικό για τη σχέση σας.
  • Δείτε την ουσία: Η συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας αδυναμίας να συμμορφωθεί με το τι του ζητείται.
  • Εστιάστε στη ΔΕΠ-Υ: Υπενθυμίστε στον εαυτό σας ότι Η ΔΕΠ-Υ είναι ένα έλλειμμα και όχι μια συμπεριφορά.
  • Αγνοήστε τις ανεπιθύμητες συμπεριφορές του παιδιού αντί να αντιμαχήσετε μαζί του.

Β) Βελτιωμένη επικοινωνία

  • Μιλάτε σύντομα και περιεκτικά. Δώστε στο παιδί να καταλάβει τι περιμένετε από αυτό χωρίς να κάνετε «διάλεξη».
  • Προλάβετε ενδεχόμενα προβλήματα: Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να ορίστε στρατηγικές για να προλαμβάνετε τα προβλήματα παρά να αντιδράτε σε συμπεριφορές.
  • Γίνετε μοντέλο κοινωνικών προσδοκιών: Μιας και τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ δυσκολεύονται να αφομοιώσουν τις κατάλληλες κοινωνικές δεξιότητες, τότε χρειάζεται να τους τις διδάξουμε. Τι καλύτερο από το να γίνετε ένα παράδειγμα προς μίμηση;
  • Διδάξτε τους δεξιότητες αντιμετώπισης. Είναι ένα καταπληκτικό «μάθημα» που μπορείτε να κάνετε στα παιδιά σας το να τους καθοδηγήσετε πώς να εκφράζουν με αποδεκτό τρόπο τα συναισθήματά τους. Δείξτε τους πως είστε ο υποστηρικτικός γονέας που θέλουν και πως τα συναισθήματα έχουν αξία.

Γ) Αποτελεσματικές δεξιότητες καθημερινότητας

  • Χρησιμοποιήστε υπενθυμίσεις. Αυτοκόλλητα χαρτάκια post-it, διαγράμματα, εβδομαδιαία προγράμματα, ξυπνητήρια, χρονόμετρα, λίστες, ατζέντες, επιστρατεύστε τα για να βοηθήσετε τα παιδιά στη διαχείριση του χρόνου τους, της σχολικής τους ζωής, της καθημερινότητάς τους.
  • Προσπαθήστε να είστε συνεπείς αλλά ευέλικτοι: Η συνέπεια των λόγων σας αλλά και η συνέπεια προς τους κανόνες που έχετε θέσει είναι σημαντική αλλά θυμηθείτε πως η ευελιξία είναι πολύτιμη για τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ.
  • Δώστε χρόνο και υπομονή: Μην περιμένετε από το παιδί να αλλάξει γρήγορα, να συγκεντρωθεί αμέσως και να μη ματαιώνεται. Επενδύστε σε σταδιακή αύξηση της ποιότητας και ποσότητας της συγκέντρωσης. Θα είναι πιο αποτελεσματικό και διαρκές.
  • Κάντε μια ανασκόπηση των αποτελεσματικών στρατηγικών: Όταν προκύπτει ένα πρόβλημα, συμμετέχετε ενεργά στην αναζήτηση πιθανών λύσεων μαζί με το παιδί σας. Έτσι γίνεστε μοντέλο μίμησης, μαθαίνετε στο παιδί να σκέφτεται πριν πράξει αλλά και να γίνεται υπεύθυνο αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες και κάνοντας διαχείριση προβληματικών καταστάσεων αυτόνομα.

“I have no special talent. I am only passionately curious”

Albert Einstein

 

 


 

Αδερφική ζήλια

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού & Οικογένειας

 

Children swear

 

Ο Γιώργος είναι 4 ετών. Έχει έναν μικρότερο κατά 3 χρόνια αδερφό, τον Ορέστη. Οι γονείς είναι προβληματισμένοι από τη συμπεριφορά του Γιώργου προς τον μικρότερο αδερφό του. Θυμώνει, κλωτσάει το κρεβατάκι του αδερφού του, βρίζει, ενώ άλλες φορές απομονώνεται στο δωμάτιό του και δεν ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις των γονιών του. Συχνά γίνεται επιθετικός τόσο προς τον Ορέστη, όσο και προς τους γονείς. Τελευταία μάλιστα έχει παρουσιάσει νυκτερινή ενούρηση.

 

Η έλευση ενός μικρότερου αδερφού στην οικογένεια αποτελεί συχνά πρόκληση, τόσο για τους γονείς οι οποίοι έχουν να επαναπροσδιορίσουν και να επαναπροσαρμόσουν τις συνήθειές τους ώστε να ανταποκριθούν στις ανάγκες ενός ακόμη παιδιού, όσο όμως και για το πρωτότοκο παιδί για το οποίο η οικογενειακή πραγματικότητα μοιάζει να μεταβάλλεται ριζικά.

Το πρωτότοκο παιδί βιώνει την έλευση του νέου μέλους ως απειλή. Μέχρι τη γέννηση του μωρού όλη η φροντίδα και η προσοχή των γονιών ήταν στραμμένη πάνω του. Επομένως, η ενασχόληση των γονιών με ένα άλλο παιδί, μοιάζει να απειλεί τη δική του θέση. «Αφού οι γονείς μου δεν ασχολούνται μόνο μαζί μου μήπως δεν με αγαπούν πια όσο πριν;» είναι το βασικό ερώτημα που ταλαιπωρεί το παιδί.

Εάν οι γονείς δεν φροντίσουν να δημιουργήσουν μία κατάσταση ισορροπίας ως προς τη φροντίδα και τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε παιδιού είναι πιθανό το πρωτότοκο να προβεί σε συμπεριφορές ώστε να ξανακερδίσει τη «χαμένη» αγάπη των γονιών του. Πώς;

  • Με επιθετικότητα προς το μικρότερο αδερφάκι: «αυτός/ αυτή φταίει για όλα», «Δεν το θέλω εδώ! Να φύγει!» (κλωτσιές, χτυπήματα, σπάσιμο- κλοπή παιχνιδιών, λεκτικά σχόλια, εκδηλώσεις αντιπάθειας)
  • Με παλιμπαιδισμό:αν κάνω κι εγώ σαν τον αδερφό/ αδερφή μου οι γονείς μου θα με φροντίσουν όπως φροντίζουν κι εκείνον/ εκείνη» (συμπεριφορές που αντιστοιχούν σε μικρότερες από την ηλικία του παιδιούπ.χ. ενούρηση, νυχτερινή αφύπνιση, αίτημα να τον ντύσουν οι γονείς ενώ το έχει κατακτήσει κλπ.)
  • Με υπερωριμότητααν φροντίσω κι εγώ τον αδερφό/αδερφή μου όπως οι γονείς μου θα είμαι περισσότερο κοντά τους» (το παιδί γίνεται ένας δεύτερος γονέας παρακολουθώντας και μιμούμενο τη συμπεριφορά της μητέρας και του πατέρα όταν φροντίζουν το αδερφάκι του στην προσπάθειά του να αποσπάσει την προσοχή τους και τα θετικά τους σχόλια)

Όλα αυτά αποτελούν αντιδράσεις «ζήλιας»  που απορρέουν αφενός από την αντικειμενική αίσθηση του παιδιού ότι οι οικογενειακοί ρυθμοί έχουν αλλάξει και αφετέρου από την αντιληπτή αίσθηση ως προς τις αλλαγές της συμπεριφοράς των γονιών του προς το ίδιο το παιδί. Τι σημαίνει αυτό; Ο τρόπος που οι γονείς θα διαχειριστούν τις νέες απαιτήσεις παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο αν το παιδί θα εκλάβει τις φροντίδες προς το μικρότερο αδερφάκι ως έκτπωση στην ενασχόληση με το ίδιο.

Τι μπορούν λοιπόν να κάνουν οι γονείς ώστε και το μικρότερο παιδί να λαμβάνει τη φροντίδα και το χώρο που του είναι απαραίτητα αλλά και το πρωτότοκο παιδί να νιώθει ασφάλεια και προσοχή χωρίς να παρεμποδίζεται το μεγάλωμά του;

Είναι σημαντικό αρχικά να κατανοήσουν ότι οι αντιδράσεις του πρωτότοκου δεν έχουν στόχο το μικρότερο παιδί αλλά την προσοχή των γονέων. Το παιδί φοβάται ότι μπαίνει χαμηλότερα στις προτεραιότητες των γονέων. Το κάθε παιδί όμως ανάλογα με την ηλικία και την αναπτυξιακή του φάση έχει διαφορετικές ανάγκες. Για το λόγο αυτό οι γονείς μπορούν να ασχολούνται μαζί του με διαφορετικούς τρόπους απ ό,τι με το μικρότερο παιδί, καθώς επίσης και να του επισημαίνουν όλα τα διαφορετικά που μπορούν να χαίρονται μαζί του. Για παράδειγμα «Ο αδερφός σου είναι μικρός και γι’αυτό χρειάζεται να τον ταϊζουμε εμείς, εσύ που είσαι μεγαλύτερος μπορείς να τρως στο τραπέζι με κουτάλι και πηρούνι όπως εμείς.»

Είναι επίσης απαραίτητο όντως να μην μπει σε «δεύτερη προτεραιότητα» το πρωτότοκο. Οι αυξημένες απαιτήσεις του νέου μέλους δεν θα πρέπει να μειώσουν την ενασχόληση με το πρωτότοκο. Εάν για παράδειγμα το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να κάνει ποδήλατο ή να παίζει παιχνίδια με μπάλα, επιτραπέζια κλπ. μπορούν να ασχολούνται μαζί του με αυτούς τους τρόπους.

Ο ρόλος του πατέρα γίνεται ιδιαίτερα σημαντικός τη στιγμή που η μητέρα συχνά έχει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο με το νεογέννητο. Εκείνος μπορεί με τη μεγαλύτερη συμμετοχή του να χαλαρώσει και τη μητέρα ώστε να φροντίσει όπως ταιριάζει το μωρό αλλά και να μην παραμεληθεί το μεγαλύτερο παιδί. Όταν για παράδειγμα η μητέρα έχει να ασχοληθεί με το μωρό, πατέρας και μεγαλύτερο παιδί μπορούν να κάνουν κάτι μαζί. Φράσεις όπως «Εσύ που είσαι μεγάλος θα έρθεις μαζί μου να παίξουμε ποδόσφαιρο» προβιβάζουν το πρωτότοκο και μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση των αντιδράσεων ζήλιας και στην υιοθέτηση μωρουδίστικων συμπεριφορών (λέξεις, ενούρηση, άρνηση να ντυθεί ή να πάει τουαλέτα μόνο του).

Συχνά τα παιδιά λένε «Εγώ δεν το θέλω το μωρό!» Η αγάπη δεν είναι κάτι που μοιράζεται σε κομμάτια. Οι γονείς συνεπώς μπορούν να διαβεβαιώνουν το παιδί ότι εξακολουθεί να έχει όλη τους την αγάπη όπως πριν. Το ότι αποφάσισαν να αποκτήσουν ένα ακόμη παιδί δεν σημαίνει ότι θα μειωθεί η αγάπη τους προς το πρωτότοκο, αλλά ούτε ότι εκείνο είναι υποχρεωμένο να συμπαθεί το αδερφάκι. Αποφάσισαν να αποκτήσουν παιδί για τους ίδιους και όχι για το μεγαλύτερο παιδί. Το να γνωρίζει ότι δεν είναι υποχρεωμένο να αγαπά το μωρό, ανακουφίζει το παιδί και μειώνει την αίσθηση σύγκρισης και απειλής. Μπορούν λοιπόν να πουν στο παιδί «Αυτό το μωρό δεν είναι για σένα. Δεν χρειάζεται να το αγαπάς, έχει γονείς όπως κι εσύ.» Ανακουφισμένο από την αίσθηση υποχρέωσης, το παιδί μπορεί μετά να πλησιάσει και να αγαπήσει ελεύθερα το αδερφάκι του.

Το ζήτημα του χώρου είναι κάτι που προκύπτει επίσης συχνά. Η έλευση του νέου μέλους δεν θα πρέπει να περιορίσει την ελευθερία του μεγαλύτερου παιδιού. Το μικρότερο μπορεί να πειράζει το μεγαλύτερο, να παίρνει τα παιχνίδια του και αυτό να είναι ενοχλητικό. Είναι σημαντικό οι γονείς να εξασφαλίσουν έναν προσωπικό χώρο στο μεγαλύτερο παιδί όπου μπορεί να έχει τα πράγματά του και να παίζει ανενόχλητο, εξηγώντας του ότι μπορεί μόνο όταν θέλει να παίξει παρέα με το μικρότερο.

Το παιδί άλλες φορές στην προσπάθειά του να μη χάσει την προσοχή των γονιών του οικειοποιείται το μωρό μιμούμενο τη συμπεριφορά τους απέναντί του. Θέλοντας να κάνει ό,τι κάνουν εκείνοι για να κερδίσει την προσοχή τους μπορεί να αρχίσει να φέρεται φροντιστικά απέναντι στο αδερφάκι του σαν ένας μικρός μπαμπάς ή μια μικρή μαμά. Το παιδί θαυμάζει ό,τι θαυμάζουν οι γονείς του, αν λοιπόν οι γονείς θαυμάζουν το μωρό, το ίδιο μπορεί να κάνει και το παιδί. Ο κίνδυνος όμως είναι το παιδί να ξεφύγει από την κανονική του πορεία και ωριμάσει βιαστικά. Σ’αυτή την περίπτωση οι γονείς θα πρέπει να ευνοούν την παρέα του παιδιού με συνομηλίκους του και την ενασχόληση μαζί του σε δραστηριότητες που αντιστοιχούν στην ηλικία του. Να του επισημαίνουν ότι η φροντίδα του μωρού είναι δική τους δουλειά και σε μερικές περιπτώσεις αν κρίνουν ότι η διάθεσή του να φροντίσει είναι στα πλαίσια του πλησιάσματος και της ανάπτυξης οικειότητας με το αδερφάκι να το επιτρέπουν λέγοντας «Εντάξει αυτή τη φορά σου το επιτρέπω» ενισχύοντας άλλους τρόπους να αλληλεπιδράσει μαζί του π.χ. αγκαλιά, παιχνίδια, τραγούδια).

Για το παιδί τα πιο σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του είναι οι γονείς του. Οι γονείς είναι γι’ αυτό τα πρόσωπα που εξασφαλίζουν την υλική και συναισθηματική του επιβίωση. Εξαρτάται απόλυτα από εκείνους. Τους θαυμάζει και ο λόγος και η συμπεριφορά τους είναι για το παιδί κριτήριο για την ταυτότητα και την αυτοεκτίμησή του. Για το λόγο αυτό οι αντιδράσεις ζήλιας δεν είναι παρά μία αγωνιώδης αναζήτηση απάντησης στο κατά πόσο εξακολουθεί να έχει τη θέση του στη ζωή και την καρδιά τους. Όσο οι γονείς παραμένουν κοντά του, διασφαλίζουν και διαβεβαιώνουν το παιδί για τη θέση του και την παρουσία τους η αγωνία του θα σιγάζει και θα διευκολύνεται η συνάντηση των αδερφών επί ίσοις όροις.

 


Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμούkotsis1

Κωνσταντίνος Κώτσης

Παιδοψυχίατρος – Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

 

 

Η Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού (ΔΑΑ) χαρακτηρίζεται από υπερβολικό και μη ρεαλιστικό φόβο αποχωρισμού από τα πρόσωπα φροντίδας που είναι δυσανάλογος για το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού.

Στα παιδιά η ΔΑΑ είναι η πιο συχνή αγχώδης διαταραχή. Ο επιπολασμός της υπολογίζεται περίπου στο 3-5% ενώ στην εφηβεία μειώνεται στο 1% με τις υποκλινικές μορφές της ΔΑΑ να είναι πολύ πιο συχνές. Είναι πιο συχνή στα κορίτσια από τα αγόρια ωστόσο στις μικρότερες ηλικίες η διαφορά είναι πολύ μικρή ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες η διαφορά μπορεί να οφείλεται στο δισταγμό που μπορεί να έχουν τα μεγαλύτερα αγόρια να αναφέρουν φόβους αποχωρισμού.

Κλινικά, το κύριο χαρακτηριστικό της ΔΑΑ είναι η υπερβολική δυσφορία πριν ή κατά τον αποχωρισμό από τα πρόσωπα φροντίδας, ιδιαίτερα τη μητέρα. Το παιδί συνήθως ανησυχεί ότι κάτι θα συμβεί στους γονείς του, ότι θα το ξεχάσουν, ότι κάποιος θα το κλέψει ή θα του κάνει κακό αν δεν βρίσκεται κοντά στους γονείς του. Συνήθως εκδηλώνεται με κλάματα, παράπονα και εκρήξεις θυμού. Πολύ συχνά είναι επίσης τα σωματικά συμπτώματα με σκοπό να παρεμποδιστεί ο αποχωρισμός και περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, κοιλιακά άλγη, ζάλη, ναυτία, έμετους καθώς και αίσθημα παλμών. Τα συμπτώματα κυρίως συμβαίνουν όταν επίκειται ο αποχωρισμός και εξαφανίζονται μόλις οι γονείς αποφασίσουν να μείνουν μαζί του. Ένα ιδιαίτερα δυσλειτουργικό σύμπτωμα είναι η σχολική άρνηση και συνήθως είναι αυτό που κάνει τις οικογένειες να αναζητήσουν βοήθεια. Επίσης τα παιδιά με ΔΑΑ έχουν δυσκολίες στον ύπνο είτε γιατί δεν μπορούν να κοιμηθούν μόνα τους είτε γιατί βλέπουν εφιάλτες. Κατά τη διάρκεια της νύχτας μπορεί να εκλάβουν θορύβους ή σκιές ως διαρρήκτες. Το άγχος αποχωρισμού επηρεάζει την ακαδημαϊκή επίδοση καθώς και τις εξωσχολικές δραστηριότητες με συνέπεια εκτός των προβλημάτων στο σχολείο το παιδί να έχει και περιορισμένες ευκαιρίες κοινωνικοποίησης. Τέλος οι αυξημένες υποχρεώσεις (παραμονή στο σπίτι, επισκέψεις σε ιατρούς, δυσκολίες με τον ύπνο) των γονέων που έχουν παιδί με ΔΑΑ μπορεί να προκαλέσει ιδιαίτερα αυξημένη δυσφορία και καταπόνηση στο ζευγάρι αλλά και σε ολόκληρη την οικογένεια.

Καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί το άγχος αποχωρισμού είναι όταν το παιδί πάει στο σχολείο, όταν του ζητείται να πάει για ύπνο, όταν μένει στο σπίτι με άλλα πρόσωπα, στις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις ή όταν φιλοξενείται στο σπίτι φίλων ή συγγενών.

Η ΔΑΑ συνήθως συνυπάρχει με άλλες αγχώδεις διαταραχές (γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή), κατάθλιψη, ΔΕΠΥ και διαταραχή προκλητικής εναντίωσης. Παρόλο που θεωρείται ότι η ΔΑΑ μπορεί να μετατραπεί σε διαταραχή πανικού στην εφηβική ή ενήλικη ζωή, η συννοσηρότητα είναι σπάνια γιατί η ΔΑΑ συμβαίνει κυρίως στη παιδική ηλικία ενώ η διαταραχή πανικού στην ενήλικο ζωή. Όταν η σχολική άρνηση είναι το κύριο σύμπτωμα θα πρέπει να αξιολογείται η ύπαρξη και άλλων διαταραχών που έχουν ως σύμπτωμα την σχολική άρνηση. Η διαφορική διάγνωση της ΔΑΑ περιλαμβάνει το φυσιολογικό, για το αναπτυξιακό επίπεδο, άγχος ενός παιδιού, σωματικές νόσους (πχ υπερθυρεοειδισμός), άλλες αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες (πχ σχολικός εκφοβισμός, πένθος), χρήση ουσιών στους εφήβους κλπ.

Η θεραπευτική προσέγγιση ενός παιδιού με ΔΑΑ είναι πολύπλευρη. Ο παιδοψυχίατρος οφείλει να επιλέξει την κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση για το κάθε παιδί, έχοντας υπόψη του τα συμπτώματα, την βαρύτητα, τη δυσλειτουργία, τη ηλικία και το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού. Τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών παρεμβάσεων αφορούν μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις όπως ψυχοεκπαίδευση και ψυχοθεραπεία (συμπεριφορική, οικογενειακή, ψυχοδυναμική κ.α.). Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να αφορούν στο ίδιο το παιδί, στην οικογένεια καθώς και στο σχολείο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σχολικής άρνησης όπου ο παιδοψυχίατρος σε συνεργασία με τη σχολική κοινότητα θα πρέπει να σχεδιάσει το κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο ώστε το παιδί να επιστρέψει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στο σχολείο. Σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις, όπως υπερβολικά έντονο άγχος ή συννοσηρότητα με κατάθλιψη, ενδεχομένως να χρειαστεί και φαρμακοθεραπεία.


Παιδί και Διαζύγιο-

Το Σύμπτωμα στο παιδί ως μέσο επικοινωνίας: η περίπτωση ενός «ήρεμου» διαζυγίου

1461832_250280975125278_193280876_n

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού & Οικογένειας

 

Συμβαίνει συχνά πολλοί γονείς να φτάνουν στο γραφείο του ειδικού ψυχικής υγείας αγωνιώντας για κάποιο σύμπτωμα ή πρόβλημα συμπεριφοράς που «ξαφνικά» και «απρόσμενα» έχει εμφανιστεί το τελευταίο διάστημα στο παιδί τους. Φανερά θορυβημένοι και με γνήσιο ενδιαφέρον εκδηλώνουν την αγωνία τους απέναντι στο «πρόβλημα» που ήρθε να ταράξει τα ήρεμα νερά της οικογενειακής ισορροπίας. Επιθετικότητα στο σχολείο ή αντίθετα απομόνωση και ελλιπής κοινωνικοποίηση, ψυχοσωματικά συμπτώματα ή ασθένειες χωρίς οργανικά αίτια, έντονες αντιδράσεις θυμού στους κανόνες του σπιτιού, προβλήματα ύπνου και διατροφής, μερική ή ολική απώλεια ελέγχου των σφιγκτήρων, ευερεθιστότητα, ακόμη και τραυλισμός είναι μερικά από τα συχνά αναφερόμενα ως αιφνίδια εμφανιζόμενα προβλήματα που εγείρουν την έντονη ανησυχία των γονέων με επιτακτικό το ερώτημα «Τι συμβαίνει στο παιδί μου;»

Ο αποκλεισμός της οργανικής αιτιολογίας (όταν για παράδειγμα υπάρχει ενούρηση ή εγκόπριση τα αίτια θα μπορούσαν να είναι ιατρικής φύσεως και συνεπώς χρήζουν αντίστοιχης θεραπευτικής αντιμετώπισης) μας οδηγεί αναπόφευκτα στην εξέταση ψυχολογικών και ενδοοικογενειακών παραγόντων ώστε να πλαισιώσουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά ενός παιδιού.

Το παιδί, αντίθετα με στερεοτυπικές και εύκολα διατυπωμένες απόψεις, όσο μικρό και να είναι έχει τη δυνατότητα αλλά και την ευαισθησία να αντιλαμβάνεται και να αντιδρά στις αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον του και στο πλέγμα των σχέσεων που εκτυλίσσονται στην οικογένειά του. Αν και μπορεί η γλωσσική του αντίληψη και ικανότητα να μην έχει αναπτυχθεί πλήρως, ιδίως όταν είναι αρκετά μικρό, και έτσι να μην μπορεί να αντιληφθεί όλα όσα διαδραματίζονται σε φραστικό επίπεδο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς του, ωστόσο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Τα μη λεκτικά μηνύματα που αποστέλλονται για παράδειγμα ανάμεσα στους γονείς του γίνονται εύκολα αντιληπτά από κάθε παιδί. Οι κεραίες του είναι ανοιχτές και πάντα έτοιμες να προσλάβουν και να εσωτερικεύσουν μηνύματα αγάπης, ζεστασιάς, φροντίδας αλλά και θυμού, πόνου, αδιαφορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και βρέφη αναπτύσσουν πλούσια επικοινωνία με τους πατέρες και τις μητέρες τους, κάτι που γίνεται εμφανές αν παρατηρήσει κανείς τις διαφορετικές αποκρίσεις ενός μωρού όταν η μητέρα του ή ο πατέρας του το κοιτάξει με διαφορετικό βλέμμα κάθε φορά. Το εγκάρδιο χαμόγελο της μητέρας που ίσως συνοδεύεται και από ένα επιφώνημα χαράς και λαχτάρας εγείρει αντίστοιχα γελάκια στο μωρό, ενώ ένα βλέμμα ψυχρό και θλιμμένο μπορεί να προκαλέσει μέχρι και το γοερό του κλάμα στην προσπάθειά του να κερδίσει την πολύτιμη προσοχή της μητέρας του.

Μεγαλώνοντας η ικανότητα του παιδιού να αποκρυπτογραφεί, να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται ανάλογα στα μη λεκτικά μηνύματα των γονέων του εμπλουτίζεται για να συμπεριλάβει κινήσεις, αλλαγή τόνων στη φωνή τους και πλήθος βλεμμάτων και εκφράσεων προσώπου. Ο θυμός ή η στενοχώρια του γονέα δεν περνά απαρατήρητη στο παιδί που έχει απόλυτη ανάγκη και αγαπά τους γονείς του. Η φράση «Παιδί είναι δεν καταλαβαίνει» πέφτει σε κενά τη στιγμή που το παιδί όχι μόνο καταλαβαίνει αλλά πρώτιστο ενδιαφέρον του είναι να καταλάβει και να σχετιστεί με τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής του. Πρόσωπα τόσο σημαντικά που για ένα παιδί αποτελεί ύψιστη αξία και βιώνεται ως μέλημά του ακόμη το να είναι αυτά τα πρόσωπα χαρούμενα και ευτυχισμένα.

Τα παιδιά έχουν λοιπόν ανάγκη τους γονείς τους. Πρόκειται πρώτιστα για ανάγκη επιβίωσης. Προικισμένα με άπειρες δυνατότητες αλλά αδύναμα ακόμη να φροντίσουν τον εαυτό τους εξαρτώνται απόλυτα από τους γονείς τους. Πρόκειται όμως και για ανάγκη σχετίζεσθε, που δεν είναι παρά άνοιγμα προς τη ζωή. Η σχέση και η αλληλεπίδραση με το γονέα επιτρέπει στο παιδί να αντιληφθεί τον εαυτό του: το πώς με κοιτάζουν μου δίνει πληροφορίες για την αξία μου, το πώς με φροντίζουν επίσης, τα παιχνίδια που παίζουμε με βοηθούν να ανακαλύψω χιλιάδες συναρπαστικά πράγματα για τον κόσμο γύρω μου, όταν η μαμά μου με αφήνει να φάω μόνος μου μαθαίνω πώς το κουτάλι φέρνει νόστιμη τροφή στο στόμα μου, όταν έρχονται φίλοι στο σπίτι και οι γονείς μου είναι χαρούμενοι καταλαβαίνω ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορούν να γίνουν πηγή χαράς και εμπλουτισμού και ούτω καθεξής. Ο ρόλος των γονέων στο μεγάλωμα του παιδιού είναι αναμφίβολα ένας ρόλος που δεν περιορίζεται σε απλές διαδικαστικές φροντίδες αλλά σε φροντίδα ψυχική, κοινωνική, φροντίδα για το χτίσιμο του εαυτού.

Πώς λοιπόν να μην αναφερθούμε στους γονείς όταν μιλάμε για τα παιδιά τους; Πώς να μην ρίξουμε αναλυτικές ματιές με διάθεση κατανόησης στα όσα διαδραματίζονται ανάμεσά τους; Πώς να μην ακούσουμε τα μηνύματα που αποστέλλει ένα παιδί μέσω της αλλαγής στη συμπεριφορά του ως μία προσπάθεια επικοινωνίας με τους γονείς του τη στιγμή που το λεξιλόγιό του δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένο ώστε να εκφραστεί όπως οι ενήλικες; Αλλά και τη στιγμή που η αγωνία του μπορεί να  μην του επιτρέπει να εκφραστεί άμεσα αλλά να χρησιμοποιεί το σώμα του ή το θυμό του για να επικοινωνήσει έστω και με λιγότερο θόρυβο αυτή την αγωνία; Και πώς τελικά να μην αναδείξουμε και να μη θαυμάσουμε την αξία της συμβολής των γονέων στην ανακούφιση και τη θεραπεία των παιδικών «συμπτωμάτων»;

Τροφή για σκέψη και προσωπικές απαντήσεις μέσα από ένα πραγματικό περιστατικό διαζυγίου

Ο Χρήστος είναι 5 ετών και τον τελευταίο μήνα δημιουργεί «φασαρίες» στο σπίτι. Δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματα των γονιών του, τους χτυπάει και τους μιλάει άσχημα. Οι γονείς του παρόλα αυτά του μιλούν ήρεμα, προσπαθούν να τον κάνουν να τους ακούσει και να τον φροντίζουν για να νιώθει την αγάπη τους. Επίσης, επί 2 εβδομάδες παρουσιάζει νυχτερινή ενούρηση. Ο Χρήστος είναι ένα παιδί που έρχεται για ψυχοθεραπεία μέσω παιχνιδιού. Οι γονείς του περιμένουν στο χώρο υποδοχής. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης παίζει ήρεμα και μιλά ευγενικά, χωρίς βέβαια να κρύψει την αγωνία του κοιτώντας πού και πού προς την πόρτα της αίθουσας. Στη συμβουλευτική συνάντηση με τους γονείς παρουσιάζονται δύο αξιόλογοι και τρυφεροί άνθρωποι οι οποίοι το τελευταίο διάστημα σκέφτονται το ενδεχόμενο να χωρίσουν. Μιλούν πολιτισμένα και ήρεμα μεταξύ τους και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν ώστε ο Χρήστος να μην θορυβηθεί. Θέλουν να είναι και οι δύο δίπλα στο παιδί τους να μην επιτρέψουν στο διαζύγιο να επηρεάσει αρνητικά το Χρήστο. Αφού λοιπόν τα χειρίζονται όλα τόσο καλά και επικρατεί ηρεμία στο σπίτι γιατί να είναι τόσο αναστατωμένος ο Χρήστος; Το γεγονός ότι δεν έχει ακούσει τις κουβέντες τους περί διαζυγίου άραγε τον εμποδίζει να αντιληφθεί τη θλίψη στα μάτια της μητέρας του; Τον εμποδίζει να ανησυχήσει για την απομόνωση του πατέρα του στο γραφείο του; Τον εμποδίζει να νιώσει την απόσταση ανάμεσα στους γονείς του και την απουσία αγκαλιάς και αγαπητικών βλεμμάτων μεταξύ τους; Πρόκειται όμως για μία απόσταση που την ώρα που δεν του έχει εξηγηθεί του αφήνει ελπίδες για αποκατάσταση της μεταξύ τους σύνδεσης. Ελπίδες που στα ανήσυχα παιδικά του μάτια μεταφράζονται και σε ευθύνη. Οι αντιδράσεις του τους φέρνουν κοντά. Και οι δύο ασχολούνται μαζί του, ασχολούνται και οι δύο μαζί.. ‘Ίσως έτσι και να παραμείνουν μαζί..» θα μπορούσε να διαβαστεί το μήνυμα του μικρού Χρήστου..

Αν βλέπαμε το Χρήστο σαν ένα παιδί με σύμπτωμα τα πράγματα θα ήταν εύκολα αλλά σίγουρα όχι αποτελεσματικά. Οι γονείς θα έπρεπε να είναι πιο αυστηροί, να βάλουν πιο σκληρά όρια και να ακολουθήσουν συνταγές ψυχολογίστικων βιβλίων τσέπης.. Θα χάναμε όμως σίγουρα το νόημα της συμπεριφοράς αυτού του παιδιού και ακόμα πιο σίγουρα τη δυνατότητα να το φροντίσουν οι γονείς του αλλά και να δυναμώσει η σχέση τους μαζί του. Αν βάζαμε πιο αυστηρούς κανόνες στο Χρήστο, ναι, από ένα σημείο και μετά μπορεί να σταματούσε τις αντιδράσεις. Αλλά τι θα γινόταν με την αγωνία του; Τι θα γινόταν με τους φόβους του; Και τι θα γινόταν με τη σχέση του με τους γονείς του; Να επιτρέψουμε αυτοί οι τρυφεροί άνθρωποι να γίνουν στα μάτια του σκληροί και τιμωρητικοί γονείς που ταυτόχρονα τον εγκαταλείπουν στις αγωνίες του; Ή μήπως τελικά να αφουγκραστούμε τόσο τα μηνύματα του παιδιού όσο και τις επιθυμίες των γονέων και να αναζητήσουμε μία λειτουργική επιλογή για όλους ώστε και ο Χρήστος να μην βασανίζεται από την αβεβαιότητα αλλά και οι γονείς να μπορούν να αγκαλιάσουν και να φροντίσουν το παιδί τους ανεξάρτητα από το τι θα επιλέξουν για τη μεταξύ τους κατάσταση;

Τα παιδιά και αντιλαμβάνονται τις αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον τους και ιδιαίτερα τις αλλαγές στη διάθεση και τη στάση των σημαντικών τους προσώπων. Χρησιμοποιούν τα μέσα που διαθέτουν προκειμένου να εκφράσουν τη στενοχώρια και τη δυσφορία τους και τη στιγμή που λεκτικά δεν έχουν αναπτυχθεί τα μέσα αυτά είναι το σώμα και η συμπεριφορά τους. Στέλνουν μηνύματα στους γονείς με το να εκδηλώνουν αυτό που εύκολα αποκαλείται «σύμπτωμα». Ένας όρος αναμφίβολα περιοριστικός τη στιγμή που καλεί για επούλωση και όχι για αποκατάσταση της επικοινωνίας ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς του. Στόχος είναι λοιπόν το κουκούλωμα και το βάλτωμα των σχέσεων ή η κατανόηση, η φροντίδα και η λειτουργικότητα της οικογένειας;

Οι γονείς του Χρήστου απάντησαν επιλέγοντας να πορευτούν με τ δεύτερη δυνατότητα. Αφού πήραν μία ξεκάθαρη απόφαση για τη μεταξύ τους σχέση μπόρεσαν να μιλήσουν και να εξηγήσουν τις αλλαγές στο οικογενειακό τους περιβάλλον και στο Χρήστο. Μπόρεσαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις του και να τον διαβεβαιώσουν για την ασφάλεια, την κοντινότητα και την αγάπη που θα εξακολουθούσαν να μοιράζονται μαζί του. Οι γονείς αυτοί επέλεξαν να μην μείνουν βουβοί απέναντι στα μηνύματα του παιδιού τους χαρακτηρίζοντάς τα απλά ως «συμπτώματα» που χρήζουν θεραπευτικής αντιμετώπισης. Αντιθέτως, έγιναν οι ίδιοι με την ειλικρινή και ξεκάθαρη στάση τους πηγή θεραπευτική για τη σχέση τους μαζί του.