Δημοσιεύσεις

Παιδί και Διαζύγιο-

Το Σύμπτωμα στο παιδί ως μέσο επικοινωνίας: η περίπτωση ενός «ήρεμου» διαζυγίου

1461832_250280975125278_193280876_n

Συμβαίνει συχνά πολλοί γονείς να φτάνουν στο γραφείο του ειδικού ψυχικής υγείας αγωνιώντας για κάποιο σύμπτωμα ή πρόβλημα συμπεριφοράς που «ξαφνικά» και «απρόσμενα» έχει εμφανιστεί το τελευταίο διάστημα στο παιδί τους. Φανερά θορυβημένοι και με γνήσιο ενδιαφέρον εκδηλώνουν την αγωνία τους απέναντι στο «πρόβλημα» που ήρθε να ταράξει τα ήρεμα νερά της οικογενειακής ισορροπίας. Επιθετικότητα στο σχολείο ή αντίθετα απομόνωση και ελλιπής κοινωνικοποίηση, ψυχοσωματικά συμπτώματα ή ασθένειες χωρίς οργανικά αίτια, έντονες αντιδράσεις θυμού στους κανόνες του σπιτιού, προβλήματα ύπνου και διατροφής, μερική ή ολική απώλεια ελέγχου των σφιγκτήρων, ευερεθιστότητα, ακόμη και τραυλισμός είναι μερικά από τα συχνά αναφερόμενα ως αιφνίδια εμφανιζόμενα προβλήματα που εγείρουν την έντονη ανησυχία των γονέων με επιτακτικό το ερώτημα «Τι συμβαίνει στο παιδί μου;»

Ο αποκλεισμός της οργανικής αιτιολογίας (όταν για παράδειγμα υπάρχει ενούρηση ή εγκόπριση τα αίτια θα μπορούσαν να είναι ιατρικής φύσεως και συνεπώς χρήζουν αντίστοιχης θεραπευτικής αντιμετώπισης) μας οδηγεί αναπόφευκτα στην εξέταση ψυχολογικών και ενδοοικογενειακών παραγόντων ώστε να πλαισιώσουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά ενός παιδιού.

Το παιδί, αντίθετα με στερεοτυπικές και εύκολα διατυπωμένες απόψεις, όσο μικρό και να είναι έχει τη δυνατότητα αλλά και την ευαισθησία να αντιλαμβάνεται και να αντιδρά στις αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον του και στο πλέγμα των σχέσεων που εκτυλίσσονται στην οικογένειά του. Αν και μπορεί η γλωσσική του αντίληψη και ικανότητα να μην έχει αναπτυχθεί πλήρως, ιδίως όταν είναι αρκετά μικρό, και έτσι να μην μπορεί να αντιληφθεί όλα όσα διαδραματίζονται σε φραστικό επίπεδο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς του, ωστόσο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Τα μη λεκτικά μηνύματα που αποστέλλονται για παράδειγμα ανάμεσα στους γονείς του γίνονται εύκολα αντιληπτά από κάθε παιδί. Οι κεραίες του είναι ανοιχτές και πάντα έτοιμες να προσλάβουν και να εσωτερικεύσουν μηνύματα αγάπης, ζεστασιάς, φροντίδας αλλά και θυμού, πόνου, αδιαφορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και βρέφη αναπτύσσουν πλούσια επικοινωνία με τους πατέρες και τις μητέρες τους, κάτι που γίνεται εμφανές αν παρατηρήσει κανείς τις διαφορετικές αποκρίσεις ενός μωρού όταν η μητέρα του ή ο πατέρας του το κοιτάξει με διαφορετικό βλέμμα κάθε φορά. Το εγκάρδιο χαμόγελο της μητέρας που ίσως συνοδεύεται και από ένα επιφώνημα χαράς και λαχτάρας εγείρει αντίστοιχα γελάκια στο μωρό, ενώ ένα βλέμμα ψυχρό και θλιμμένο μπορεί να προκαλέσει μέχρι και το γοερό του κλάμα στην προσπάθειά του να κερδίσει την πολύτιμη προσοχή της μητέρας του.

Μεγαλώνοντας η ικανότητα του παιδιού να αποκρυπτογραφεί, να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται ανάλογα στα μη λεκτικά μηνύματα των γονέων του εμπλουτίζεται για να συμπεριλάβει κινήσεις, αλλαγή τόνων στη φωνή τους και πλήθος βλεμμάτων και εκφράσεων προσώπου. Ο θυμός ή η στενοχώρια του γονέα δεν περνά απαρατήρητη στο παιδί που έχει απόλυτη ανάγκη και αγαπά τους γονείς του. Η φράση «Παιδί είναι δεν καταλαβαίνει» πέφτει σε κενά τη στιγμή που το παιδί όχι μόνο καταλαβαίνει αλλά πρώτιστο ενδιαφέρον του είναι να καταλάβει και να σχετιστεί με τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής του. Πρόσωπα τόσο σημαντικά που για ένα παιδί αποτελεί ύψιστη αξία και βιώνεται ως μέλημά του ακόμη το να είναι αυτά τα πρόσωπα χαρούμενα και ευτυχισμένα.

Τα παιδιά έχουν λοιπόν ανάγκη τους γονείς τους. Πρόκειται πρώτιστα για ανάγκη επιβίωσης. Προικισμένα με άπειρες δυνατότητες αλλά αδύναμα ακόμη να φροντίσουν τον εαυτό τους εξαρτώνται απόλυτα από τους γονείς τους. Πρόκειται όμως και για ανάγκη σχετίζεσθε, που δεν είναι παρά άνοιγμα προς τη ζωή. Η σχέση και η αλληλεπίδραση με το γονέα επιτρέπει στο παιδί να αντιληφθεί τον εαυτό του: το πώς με κοιτάζουν μου δίνει πληροφορίες για την αξία μου, το πώς με φροντίζουν επίσης, τα παιχνίδια που παίζουμε με βοηθούν να ανακαλύψω χιλιάδες συναρπαστικά πράγματα για τον κόσμο γύρω μου, όταν η μαμά μου με αφήνει να φάω μόνος μου μαθαίνω πώς το κουτάλι φέρνει νόστιμη τροφή στο στόμα μου, όταν έρχονται φίλοι στο σπίτι και οι γονείς μου είναι χαρούμενοι καταλαβαίνω ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορούν να γίνουν πηγή χαράς και εμπλουτισμού και ούτω καθεξής. Ο ρόλος των γονέων στο μεγάλωμα του παιδιού είναι αναμφίβολα ένας ρόλος που δεν περιορίζεται σε απλές διαδικαστικές φροντίδες αλλά σε φροντίδα ψυχική, κοινωνική, φροντίδα για το χτίσιμο του εαυτού.

Πώς λοιπόν να μην αναφερθούμε στους γονείς όταν μιλάμε για τα παιδιά τους; Πώς να μην ρίξουμε αναλυτικές ματιές με διάθεση κατανόησης στα όσα διαδραματίζονται ανάμεσά τους; Πώς να μην ακούσουμε τα μηνύματα που αποστέλλει ένα παιδί μέσω της αλλαγής στη συμπεριφορά του ως μία προσπάθεια επικοινωνίας με τους γονείς του τη στιγμή που το λεξιλόγιό του δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένο ώστε να εκφραστεί όπως οι ενήλικες; Αλλά και τη στιγμή που η αγωνία του μπορεί να  μην του επιτρέπει να εκφραστεί άμεσα αλλά να χρησιμοποιεί το σώμα του ή το θυμό του για να επικοινωνήσει έστω και με λιγότερο θόρυβο αυτή την αγωνία; Και πώς τελικά να μην αναδείξουμε και να μη θαυμάσουμε την αξία της συμβολής των γονέων στην ανακούφιση και τη θεραπεία των παιδικών «συμπτωμάτων»;

Τροφή για σκέψη και προσωπικές απαντήσεις μέσα από ένα πραγματικό περιστατικό διαζυγίου

Ο Χρήστος είναι 5 ετών και τον τελευταίο μήνα δημιουργεί «φασαρίες» στο σπίτι. Δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματα των γονιών του, τους χτυπάει και τους μιλάει άσχημα. Οι γονείς του παρόλα αυτά του μιλούν ήρεμα, προσπαθούν να τον κάνουν να τους ακούσει και να τον φροντίζουν για να νιώθει την αγάπη τους. Επίσης, επί 2 εβδομάδες παρουσιάζει νυχτερινή ενούρηση. Ο Χρήστος είναι ένα παιδί που έρχεται για ψυχοθεραπεία μέσω παιχνιδιού. Οι γονείς του περιμένουν στο χώρο υποδοχής. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης παίζει ήρεμα και μιλά ευγενικά, χωρίς βέβαια να κρύψει την αγωνία του κοιτώντας πού και πού προς την πόρτα της αίθουσας. Στη συμβουλευτική συνάντηση με τους γονείς παρουσιάζονται δύο αξιόλογοι και τρυφεροί άνθρωποι οι οποίοι το τελευταίο διάστημα σκέφτονται το ενδεχόμενο να χωρίσουν. Μιλούν πολιτισμένα και ήρεμα μεταξύ τους και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν ώστε ο Χρήστος να μην θορυβηθεί. Θέλουν να είναι και οι δύο δίπλα στο παιδί τους να μην επιτρέψουν στο διαζύγιο να επηρεάσει αρνητικά το Χρήστο. Αφού λοιπόν τα χειρίζονται όλα τόσο καλά και επικρατεί ηρεμία στο σπίτι γιατί να είναι τόσο αναστατωμένος ο Χρήστος; Το γεγονός ότι δεν έχει ακούσει τις κουβέντες τους περί διαζυγίου άραγε τον εμποδίζει να αντιληφθεί τη θλίψη στα μάτια της μητέρας του; Τον εμποδίζει να ανησυχήσει για την απομόνωση του πατέρα του στο γραφείο του; Τον εμποδίζει να νιώσει την απόσταση ανάμεσα στους γονείς του και την απουσία αγκαλιάς και αγαπητικών βλεμμάτων μεταξύ τους; Πρόκειται όμως για μία απόσταση που την ώρα που δεν του έχει εξηγηθεί του αφήνει ελπίδες για αποκατάσταση της μεταξύ τους σύνδεσης. Ελπίδες που στα ανήσυχα παιδικά του μάτια μεταφράζονται και σε ευθύνη. Οι αντιδράσεις του τους φέρνουν κοντά. Και οι δύο ασχολούνται μαζί του, ασχολούνται και οι δύο μαζί.. ‘Ίσως έτσι και να παραμείνουν μαζί..» θα μπορούσε να διαβαστεί το μήνυμα του μικρού Χρήστου..

Αν βλέπαμε το Χρήστο σαν ένα παιδί με σύμπτωμα τα πράγματα θα ήταν εύκολα αλλά σίγουρα όχι αποτελεσματικά. Οι γονείς θα έπρεπε να είναι πιο αυστηροί, να βάλουν πιο σκληρά όρια και να ακολουθήσουν συνταγές ψυχολογίστικων βιβλίων τσέπης.. Θα χάναμε όμως σίγουρα το νόημα της συμπεριφοράς αυτού του παιδιού και ακόμα πιο σίγουρα τη δυνατότητα να το φροντίσουν οι γονείς του αλλά και να δυναμώσει η σχέση τους μαζί του. Αν βάζαμε πιο αυστηρούς κανόνες στο Χρήστο, ναι, από ένα σημείο και μετά μπορεί να σταματούσε τις αντιδράσεις. Αλλά τι θα γινόταν με την αγωνία του; Τι θα γινόταν με τους φόβους του; Και τι θα γινόταν με τη σχέση του με τους γονείς του; Να επιτρέψουμε αυτοί οι τρυφεροί άνθρωποι να γίνουν στα μάτια του σκληροί και τιμωρητικοί γονείς που ταυτόχρονα τον εγκαταλείπουν στις αγωνίες του; Ή μήπως τελικά να αφουγκραστούμε τόσο τα μηνύματα του παιδιού όσο και τις επιθυμίες των γονέων και να αναζητήσουμε μία λειτουργική επιλογή για όλους ώστε και ο Χρήστος να μην βασανίζεται από την αβεβαιότητα αλλά και οι γονείς να μπορούν να αγκαλιάσουν και να φροντίσουν το παιδί τους ανεξάρτητα από το τι θα επιλέξουν για τη μεταξύ τους κατάσταση;

Τα παιδιά και αντιλαμβάνονται τις αλλαγές που συμβαίνουν στο περιβάλλον τους και ιδιαίτερα τις αλλαγές στη διάθεση και τη στάση των σημαντικών τους προσώπων. Χρησιμοποιούν τα μέσα που διαθέτουν προκειμένου να εκφράσουν τη στενοχώρια και τη δυσφορία τους και τη στιγμή που λεκτικά δεν έχουν αναπτυχθεί τα μέσα αυτά είναι το σώμα και η συμπεριφορά τους. Στέλνουν μηνύματα στους γονείς με το να εκδηλώνουν αυτό που εύκολα αποκαλείται «σύμπτωμα». Ένας όρος αναμφίβολα περιοριστικός τη στιγμή που καλεί για επούλωση και όχι για αποκατάσταση της επικοινωνίας ανάμεσα στο παιδί και τους γονείς του. Στόχος είναι λοιπόν το κουκούλωμα και το βάλτωμα των σχέσεων ή η κατανόηση, η φροντίδα και η λειτουργικότητα της οικογένειας;

Οι γονείς του Χρήστου απάντησαν επιλέγοντας να πορευτούν με τη δεύτερη δυνατότητα. Αφού πήραν μία ξεκάθαρη απόφαση για τη μεταξύ τους σχέση μπόρεσαν να μιλήσουν και να εξηγήσουν τις αλλαγές στο οικογενειακό τους περιβάλλον και στο Χρήστο. Μπόρεσαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις του και να τον διαβεβαιώσουν για την ασφάλεια, την κοντινότητα και την αγάπη που θα εξακολουθούσαν να μοιράζονται μαζί του. Οι γονείς αυτοί επέλεξαν να μην μείνουν βουβοί απέναντι στα μηνύματα του παιδιού τους χαρακτηρίζοντάς τα απλά ως «συμπτώματα» που χρήζουν θεραπευτικής αντιμετώπισης. Αντιθέτως, έγιναν οι ίδιοι με την ειλικρινή και ξεκάθαρη στάση τους πηγή θεραπευτική για τη σχέση τους μαζί του.

 


 

Εφηβεία: Η Μάχη με τον Καθρέφτηmahi

 

Η εφηβεία είναι κατά μία έννοια μία περίοδος μεταμόρφωσης. Το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ωρίμανση σηματοδοτείται από μία σειρά σωματικών και ψυχοπνευματικών αλλαγών.

Το σώμα αλλάζει. Οι ορμόνες φέρνουν αλλαγές στη φυσιολογία τόσο των αγοριών όσο και των κοριτσιών. Τα άκρα μεγαλώνουν και μπορεί να αισθανόμαστε λίγο άχαροι, η ακμή στο πρόσωπο δεν μοιάζει να μας κολακεύει ιδιαίτερα, το σώμα των κοριτσιών αρχίζει να αποκτά περισσότερο γυναικεία μορφή, στα αγόρια η φωνή γίνεται πιο βραχνή και αποκτούν τριχοφυΐα, ο ερχομός της ήβης και στα αγόρια και στα κορίτσια καλεί σε μία καινούρια γνωριμία με τη σεξουαλικότητα και το σώμα τους.

Το πνεύμα μας έχει να προσαρμοστεί στις αλλαγές αυτές, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο. Όλη αυτή η αλλαγή μπορεί να βιωθεί σαν μια αναταραχή. Αναρωτιόμαστε «ποιοι είμαστε». Είναι αλήθεια ότι το μεγάλωμα και η είσοδος στην εφηβεία είναι η φάση ακριβώς όπου οι νέοι άνθρωποι διαμορφώνουν άποψη για τον εαυτό τους, αρχίζουν να δημιουργούν την ταυτότητά τους.

Είναι σαν να χάνουν το παιδικό καλούπι τους και να καλούνται να φτιάξουν ένα καινούριο, μένοντας στο μεσοδιάστημα χωρίς καλούπι. Αυτό είναι φυσιολογικό να δημιουργεί ένα αίσθημα κενού, εξωτερικού και εσωτερικού. Ο έφηβος νιώθει ακάλυπτος, χωρίς άμυνες.

Στα πλαίσια αυτά, η εμφάνιση αποκτά κεντρικό ρόλο κατά τη δόμηση της ταυτότητας του εφήβου. Βλέποντας την εμφάνισή του να αλλάζει, εύλογα θα αναρωτηθεί:  «Είμαι όμορφος; Είμαι άσχημος;» Μην έχοντας σαφή άποψη για τον εαυτό του, ο έφηβος θα αναζητήσει την απάντηση στο ερώτημα «ποιος είμαι» στο βλέμμα των άλλων. Θα στηριχτεί στις αρχές της μόδας, τις προτιμήσεις και τις αξίες της παρέας για να προσελκύσει το ενδιαφέρον και την προσοχή των συνομήλικων του. Θα χρησιμοποιήσει έντονο μακιγιάζ και σκουρόχρωμα ρούχα για να προστατευτεί από το κενό που αισθάνεται. Θα φτιάξει μια ιδανική εικόνα του εαυτού του στηριζόμενος στις τρέχουσες τάσεις και θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει κάνοντας γυμναστική, ειδική διατροφή και αγοράζοντας συγκεκριμένα είδη ένδυσης. Πολλές φορές μάλιστα θα προσπαθήσει να ξεχωρίσει με μία προκλητική εμφάνιση.

Η ενασχόληση αυτή είναι αναμενόμενη και φυσιολογική δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό ερχόμαστε κοντά με τις αλλαγές που μας συμβαίνουν, αλληλεπιδρούμε και ανταλλάσσουμε απόψεις με τα άτομα της παρέας μας και σταδιακά διαμορφώνουμε το δικό μας προσωπικό στυλ και ύφος.

Η αναμέτρηση όμως με τον καθρέφτη είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν είναι πάντα αντικειμενική και η απάντηση που μας δίνει είναι σαφέστατα ελλιπής. Ο καθρέφτης δεν μπορεί να μας δείξει ποτέ αυτό που αντικρίζουν οι άλλοι κι αυτό γιατί ένα πρόσωπο δεν αποκαλύπτει την προσωπικότητα του παρά μόνο όταν ζωντανεύει.

Το να μας ενδιαφέρει μια καλή και φροντισμένη εμφάνιση είναι καλό. Το να επιθυμούμε να  δώσουμε στην εμφάνισή μας στοιχεία του χαρακτήρα μας, επίσης. Αρκεί να μην μένουμε όμως μόνο εκεί, στο εξωτερικό. Γιατί τι έχει να (απο)δείξει ένα είδωλο του καθρέφτη για τα όνειρα, την προσωπικότητα και τις ικανότητές μας;

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στην ομορφιά και τη γοητεία. Εύκολα μπορούμε να κουραστούμε από έναν εξωτερικά εντυπωσιακό αλλά ενοχλητικό άνθρωπο, ενώ από την άλλη πλευρά πολύ δύσκολα θα ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από πρόσωπα ατελή αλλά γεμάτα αυτοπεποίθηση και ζωντάνια. Σίγουρα θα έχουμε νιώσει υγιή ζήλια για έναν συνομήλικο ή μία συνομήλικη που δραστηριοποιείται έντονα, χαμογελάει συχνά και μοιάζει να νιώθει σιγουριά ακόμη και αν εμφανισιακά δεν έχει προδιαγραφές μοντέλου.

Το σημαντικό έγκειται στο να αξιοποιήσουμε και να αναδείξουμε παράλληλα αυτό που είμαστε, τα όμορφα στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Το να προσελκύουμε απλώς την προσοχή με τρόπους που δεν μας εκφράζουν ως προσωπικότητες, το να συγκεντρώνουμε  τα βλέμματα πάνω σε κάτι που δεν έχουμε, ενέχει τον κίνδυνο να απογοητευτούμε: ξέρουμε ότι είναι ψεύτικο.

Έχουμε λοιπόν μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία να μας επιτρέψουμε να αναδείξουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Να προσπαθήσουμε και εμείς οι ίδιοι με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα να αναζητήσουμε εκείνα τα στοιχεία που πραγματικά μας εκφράζουν σε όλα τα επίπεδα, εμφανισιακά, πνευματικά κλπ. μια διαδικασία η οποία μπορεί να είναι πλαισιωμένη με την αγωνία του άγνωστου, είναι όμως και αφάνταστα δημιουργική τη στιγμή που έχουμε τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε διαφορετικές επιλογές και να επιλέξουμε εμείς οι ίδιοι αυτά που μας ταιριάζουν καλύτερα, αυτό που θέλουμε να είμαστε. Και όσο μένουμε πιστοί στον εαυτό μας και στην εσωτερική μας φωνή τόσο περισσότερο το είδωλο του καθρέφτη θα είναι απλώς ένα ελάχιστο δείγμα της αληθινής μας γοητείας.

 

mahi1

 


 

 

Κρίσεις πανικού: η συστημική krisi_panikouοπτική

 

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στις μέρες μας έρχονται σε επαφή με αυτό που ονομάζεται κρίση πανικού. Γρήγοροι ρυθμοί ζωής και εξωτερικά μεταβαλλόμενες συνθήκες συνυπάρχουν με εσωτερικές και οικογενειακές εντάσεις. Το άγχος που ενδέχεται να βιώσει κάποιος είναι μεγάλο και η πιθανότητα εκδήλωσης μίας κρίσης πανικού αυξανόμενη.
Συμπτώματα όπως ζαλάδα, μούδιασμα των άκρων, εφίδρωση, λιποθυμική τάση, ταχυπαλμία, δυσκολία στην αναπνοή είναι τυπικά εμφανιζόμενα στη διάρκεια μιας κρίσης πανικού και μπορεί να συνοδεύονται από φόβο θανάτου, αρρώστιας καθώς και φόβο απώλειας του ελέγχου του εαυτού. Σκέψεις όπως «θα τρελαθώ», «θα πάθω έμφραγμα» κλπ. είναι συχνές. Υπάρχει όμως αυτή η πιθανότητα; Όχι. Ο κίνδυνος σωματικής ή ψυχικής νόσου περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο στα πλαίσια του φόβου.
Για την αντιμετώπιση των κρίσεων πανικού χρησιμοποιούνται συχνά διάφορες θεραπείες όπως η φαρμακοθεραπεία και οι τεχνικές χαλάρωσης, με όχι πάντα αποτελεσματικό τρόπο. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στοχεύει ακριβώς στην επούλωσή τους, με αποτέλεσμα όμως την επανεμφάνισή τους τη στιγμή που δεν ασχολούμαστε παράλληλα με την πηγή τους, το τι προκαλεί δηλαδή τα συμπτώματα.
Έχουμε λοιπόν να δούμε τι βρίσκεται πίσω από τα συμπτώματα.
Σύμφωνα με την οπτική της συστημικής- υπαρξιακής προσέγγισης η κρίση πανικού αποτελεί εκδήλωση μίας εσωτερικής σύγκρουσης.
 Συναισθήματα που έχουν αποσιωπηθεί
 ανάγκες και επιθυμίες που μοιάζουν ασυμβίβαστες και προκαλούν άγχος
 αλλαγές στον τρόπο ζωής μας στις οποίες σπεύσαμε να ανταποκριθούμε χωρίς ενδεχομένως να έχουμε προετοιμάσει τον εαυτό μας
 ζητήματα που μας απασχολούν σε σχέση με τα παιδιά, το σύντροφο ή την οικογένειά μας, βρίσκονται συχνά πίσω από τα συμπτώματα μιας κρίσης πανικού.
Το άτομο που παθαίνει κρίση πανικού δεν είναι ασθενής. Η κρίση πανικού μπορεί να συμβεί σε όλους μας όταν δεν έχουμε επεξεργαστεί αρκετά κάποια σημαντικά θέματα που μας απασχολούν και βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Πίσω από μία κρίση πανικού μπορεί για παράδειγμα να κρύβεται η αγωνία μας να πετύχει η κοινή συμβίωση με το σύντροφό μας ή να ανταποκριθούμε επάξια στα καινούρια καθήκοντα της εργασίας μας χωρίς να θυσιάσουμε την προσωπική μας ζωή. Ακόμη, στα πλαίσια μιας οικογένειας ένας έφηβος μπορεί μέσω της κρίσης πανικού να καθρεφτίζει τη δυσκολία στη σχέση των γονιών του και την ανησυχία του για αυτήν την ώρα που προσπαθεί να ασχοληθεί δημιουργικά με το μέλλον του.
Η κρίση πανικού «τραντάζει» το σώμα μας ακριβώς επειδή εκείνη τη στιγμή νιώθουμε να βρίσκονται σε σύγκρουση δύο επιθυμίες μας, η μία από τις οποίες συνήθως αποσιωπείται. Στο παραπάνω παράδειγμα η παραμέληση της προσωπικής μας ζωής για χάρη της εργασίας μας ή αντίστροφα μας φέρνει σε σύγκρουση τη στιγμή που και οι δύο επιθυμίες είναι σημαντικές για μας και «ζητούν» διέξοδο.
Έχουμε να δούμε την κρίση πανικού ως ένα σήμα που μας στέλνει ο οργανισμός μας προκειμένου να φροντίσουμε εκείνες τις πλευρές μας με τις οποίες δεν ασχοληθήκαμε όσο χρειαζόταν και να επιλύσουμε τη σύγκρουση παράγοντας μία λύση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.
Παρά το γεγονός ότι τα συναισθήματα που συνοδεύουν την κρίση πανικού είναι δύσκολα (άγχος, αγωνία, φόβος), είναι ωστόσο δείγμα υγιούς ψυχικής λειτουργίας τη στιγμή που αναδεικνύει αποσιωπημένες υγιείς επιθυμίες και μας καλεί να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας πιο ουσιαστικά. Δεν είμαστε ασθενείς και ο πανικός έχει λόγο που υπάρχει. Βρίσκεται εκεί για να μας θυμίσει ότι είναι ανάγκη να κοιτάξουμε τι «κρύβεται» πίσω από αυτόν. Να «ακούσουμε» εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που βάλαμε στο περιθώριο και που τώρα μας στέλνουν σήματα μέσω της κρίσης ώστε με την κατάλληλη επεξεργασία τους να ορίσουμε τη ζωή μας πιο ανθρώπινα και λειτουργικά.


Ο φόβος της μοναξιάς: απομόνωση ή δυνατότητα ανασυγκρότησης;fobos_monaxias

Στις μέρες μας η μοναξιά έχει πάψει να είναι θέμα- ταμπού, τουλάχιστον φανερά. Οι άνθρωποι, ιδιαίτερα οι νέοι, διεκδικούν την προσωπική τους εξέλιξη και δίνουν έμφαση στη δυνατότητά τους να είναι ανεξάρτητοι. Η σύναψη σχέσεων δεν θεωρείται πάντα προτεραιότητα και συχνά δίνει τη σκυτάλη στις εφήμερες συναντήσεις και τις απολαύσεις με ημερομηνία λήξεως. Αν όμως κοιτάξουμε πίσω από αυτές τις στάσεις έχουμε να αντικρύσουμε έναν πραγματικό φόβο μοναξιάς: η αντικατάσταση του εφήμερου από ένα άλλο όμοιό του φανερώνει την αίσθηση αδυναμίας απέναντι στη μοναξιά που επέρχεται στο μεσοδιάστημα.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι που κοιτάζουν πιο καθαρά τη μοναξιά τους και τα έντονα συναισθήματα που βιώνουν: φόβο, αγωνία, αμφιβολία. Και αυτή η κατηγορία ανθρώπων είτε αναζητά άμεση ανακούφιση, είτε παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο αυτό- λύπησης και μοναξιάς που καταλήγει να γίνεται απομόνωση που πρέπει κανείς άμεσα να αποδιώξει.

Και στις δύο περιπτώσεις το υπόβαθρο είναι το ίδιο: φόβος απέναντι στη μοναξιά και αναζήτηση εύκολου τρόπου να τη διαχειριστούμε.

Τι σημαίνει τελικά να βρεθεί κανείς σε κατάσταση μοναξιάς; Είναι η μοναξιά σημείο παθολογίας;

Η μοναξιά, και όχι η απομόνωση, είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη υπόσταση. Από την ημέρα της γέννησής του ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον αποχωρισμό. Είναι μάλιστα μέσω του αποχωρισμού από τη μήτρα που φτάνει στη ζωή. Καθώς μεγαλώνει «εγκαταλείπει» την αγκαλιά της μητέρας του για να σταθεί στα δικά του πόδια, μαθαίνει να περπατάει. Αργότερα, «αφήνει» την οικογενειακή σιγουριά για να εξερευνήσει νέα πλαίσια συνύπαρξης, εντάσσεται στη σχολική κοινότητα. Ως ενήλικος, «αποχωρίζεται» την πατρική του οικογένεια για να γίνει δημιουργός της δικής του οικογένειας.

Όλες αυτές οι καταστάσεις εμπεριέχουν και μάλιστα προϋποθέτουν μία περίοδο μοναξιάς. Χωρίς αυτήν θα μέναμε αιώνια παιδιά, αδύναμα να σταθούμε στα δικά μας στηρίγματα, ανήμπορα να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές μας. Αν ενδώσουμε στο φόβο αυτής της μοναξιάς, τα παιδιά δεν θα πρέπει να πηγαίνουν σχολείο, να κοινωνικοποιούνται και να εξελίσσονται πνευματικά. Οι φοιτητές δεν θα πρέπει να σπουδάζουν σε άλλες πόλεις ή χώρες, αλλά να συμβιβάζουν τους εαυτούς στα λίγα και φυσικά χωρίς φιλοδοξία και όνειρα. Οι ενήλικες δεν θα πρέπει να δημιουργούν οικογένειες, αλλά να γερνούν μαζί με τους γονείς τους, μαραμένοι και στερημένοι. Οι παθολογικές σχέσεις δεν θα πρέπει να αφήνονται και να δημιουργούνται προϋποθέσεις για καλύτερες, γιατί η μοναξιά καραδοκεί, άρα καλύτερα να ζούμε σε μία «σχέση» που μας ευτελίζει ερωτικά και ψυχικά.

Έχουμε λοιπόν να διακρίνουμε ανάμεσα στη μοναξιά- απομόνωση και τη μοναξιά εκείνη που μας είναι απαραίτητη ώστε να περάσουμε σε μία νέα φάση ζωής. Αυτή η μοναξιά είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να αφουγκραστούμε τους εαυτούς μας. Να αναλογιστούμε με υπευθυνότητα αλλά και τρυφερότητα απέναντι στον εαυτό μας ως προς το πού βρισκόμαστε και προς το πού θέλουμε να κατευθυνθούμε. Μας δίνει χρόνο και ψυχικό χώρο ώστε να βιώσουμε τα συναισθήματά μας και να τα τοποθετήσουμε σε ασφαλείς μεριές χωρίς να κρυβόμαστε από εμάς τους ίδιους.

Αν μας επιτρέψουμε να ακούσουμε πραγματικά τους εαυτούς μας, να καταλάβουμε και να αποδεχτούμε τη μέχρι τώρα πορεία μας, με όλες τις επιτυχημένες και αποτυχημένες προσπάθειες, και να αφήσουμε τις επιθυμίες μας να αναδυθούν τότε είναι που η μοναξιά δεν είναι πια αντικείμενο αποφυγής αλλά περίοδος όπου ο άνθρωπος ανασυγκροτεί τις δυνάμεις του και προγραμματίζει το μέλλον του. Αντιθέτως, αν μας στερήσουμε αυτό το μεσοδιάστημα μοναξιάς, είναι πολύ πιθανό προσπαθώντας απλώς να την αποφύγουμε, να προβούμε σε σπασμωδικές κινήσεις «κουκουλώνοτας» τα συναισθήματά μας. Η επίγευση τέτοιων σπασμωδικών κινήσεων μάλιστα αναμένεται να είναι πιο απογοητευτική και το αποτέλεσμα περισσότερο μοναχικό και απομονωτικό.

Αν η μοναξιά είναι φάση περίσκεψης πάνω στον εαυτό μας, τις ενέργειές μας, τη δυσκολία της ζωής μας και τον τρόπο που θέλουμε να υπάρχουμε τότε δεν έχουμε να μιλάμε για απομόνωση, αλλά για μια πιο βαθιά γνωριμία με τον εαυτό μας και μια συνειδητή ανάληψη ευθύνης απέναντι σε ζωντανές επιθυμίες μας.

Η μοναξιά είναι η περίοδος εκείνη όπου το παρελθόν κατανοείται, οι επιθυμίες αναδύονται και το μέλλον προγραμματίζεται.

fobos_monaxias1


 

Το πέρperasma_enilikiosiασμα στην ενηλικίωση και το αντίδοτο του θυμού: πώς να διασωθεί η χαρά της ενηλικίωσης χωρίς να πληγούν οι σχέσεις με την πατρική οικογένεια

 

«..το παιδί μεγάλωσε..!» , αναφωνεί έκπληκτη η σκέψη του γονιού τη στιγμή που ο νέος ενήλικας- που φυσικά δεν μεγάλωσε από τη μία μέρα στην άλλη- ανακοινώνει μία αδιαπραγμάτευτη επιλογή του τονίζοντας ότι είναι πια σε θέση να αποφασίζει μόνος του, αυτόνομα και ανεξάρτητα από τους γονείς του. «Αποφάσισα να δουλέψω εκεί», «Θα φύγω στο εξωτερικό», «Μετακομίζω με την κοπέλα μου». Έκπληκτος ο γονιός αναρωτιέται και αγωνιά, για το πότε μεγάλωσε το «παιδί», για το αν θα τα καταφέρει μόνο του, για το πώς θα είναι τα πράγματα από εδώ και πέρα.. και στο κάτω- κάτω «πότε πρόλαβαν να γίνουν όλα αυτά τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση;» Οι αντιδράσεις που μπορεί να προκύψουν ποικίλουν από την καλή επικοινωνία έως και τη σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας καθώς το νέο άτομο προσπαθεί να υπερασπιστεί την αυτονομία του και οι γονείς να διατηρήσουν το φροντιστικό ρόλο που είχαν μέχρι πρόσφατα.

Είναι όμως χωρίς προειδοποίηση αυτή η μεταβολή;

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελεί για τους γονείς μία διαρκή έκπληξη, εφόσον η ανάπτυξή του προχωρά με φυσιολογικούς ρυθμούς.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανατροφής του παιδιού οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε εκπλήξεις, άλλοτε μικρότερες και άλλοτε μεγαλύτερες. Το παιδί πρωτοπηγαίνει στο σχολείο, το παιδί κάνει την πρώτη του βόλτα με το ποδήλατο. Αυτό συμβαίνει μάλιστα από πολύ νωρίτερα όταν μητέρα και πατέρας λαχταρούν τα πρώτα χαμόγελα και τις πρώτες κουβεντούλες του μωρού τους, το πρώτο του δοντάκι, τα πρώτα του βήματα, λαχταρούν ενδείξεις ότι το δημιούργημά τους προχωράει στη ζωή. Γιατί τότε να αντιδρούν τόσο πολύ όταν το «παιδί» τους πραγματοποιεί ένα ακόμη άνοιγμα στη ζωή; Άνοιγμα που συχνά γίνεται αφορμή για συγκρούσεις ανάμεσά τους. Είναι που δεν επιθυμούν πια το προχώρημά του; Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή..

Η πρώτη έξοδος του παιδιού στον κόσμο πραγματοποιείται με τη γέννηση. Τότε είναι που συντελείται ο πρώτος αποχωρισμός, αποχωρισμός και για το παιδί και για τη μητέρα. Αν το βρέφος παρέμενε στην κοιλιά της μητέρας του, ένα θα ήταν το αποτέλεσμα: ο θάνατος. Αντίστοιχα, αν το παιδί έμενε στο σπίτι και δεν πήγαινε σχολείο θα μούδιαζε κοινωνικά. Αν δεν χτυπούσε κάνοντας ποδήλατο θα νεκρωνόταν η δυνατότητά του να βιώνει και να αντιμετωπίζει τον πόνο καθώς και να υπερβαίνει τις δυσκολίες χάριν της χαράς και της εμπειρίας της ζωής. Με άλλα λόγια, αν δεν επιτρέπονται οι σταδιακοί και ανάλογα με την αναπτυξιακή φάση του παιδιού αποχωρισμοί από τους γονείς του θα έχουμε σαν συνέπεια την αναστολή της προσωπικής του εξέλιξης και της δυνατότητάς του να γίνει το ίδιο κοινωνός αλλά και δημιουργός ζωής.

Τα επιτεύγματα του παιδιού ενόσω εκείνο παραμένει στην οικογενειακή εστία αντιμετωπίζονται βέβαια με μεγαλύτερη ευκολία από τους γονείς. Είναι αλήθεια ότι το ενδιαφέρον του γονιού για τα παιδιά του διατηρείται καθόλη τη διάρκεια της ζωής, παρότι εκείνα ενηλικιώνονται. Είναι συνεπώς φυσιολογικό και αναμενόμενο να μεταφράζεται αυτό το νοιάξιμο και σε αγωνία σε ένα βαθμό. Η έντονη όμως αντίσταση των γονιών στο προχώρημα του παιδιού που πια είναι νέος ή νέα γεννά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αυτοί οι άνθρωποι πέρα από τη φροντίδα των παιδιών τους αντλούν ικανοποίηση και από τη σχέση τους σαν ζευγάρι και από τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα και ασχολίες. Γονείς που έχουν πάψει να είναι ουσιαστικά σε συντροφική σχέση ή/και έχουν διακόψει για κάποιο λόγο την προσωπική τους εξέλιξη κινδυνεύουν να αντλούν χαρά μόνο από τη συναναστροφή και τη φροντίδα των παιδιών τους. Τη στιγμή λοιπόν που εκείνα θα αποτολμήσουν το άνοιγμα των φτερών τους πέρα από την οικογενειακή φωλιά, η αγωνία αυτών των γονιών δεν θα είναι απλώς νοιάξιμο και ευχή αγωνίας για να τα καταφέρουν στη ζωή τους, αλλά και κραυγή αγωνίας για τη δική τους τύχη μετέπειτα.

Ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές ανεπιθύμητες  αποκρίσεις του νέου ανθρώπου σε μία τέτοια γονεϊκή αντίσταση;

  • Θυμός: τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το μεγάλωμά του και ψηλαφίζει τις επιθυμίες που γεννιούνται μέσα του για ζωή και δημιουργία.
  • Δυσκολία και ενοχή: τη στιγμή που εξακολουθεί να αγαπά τους γονείς του και ενδιαφέρεται να είναι καλά.
  • Απόσυρση από τις προσωπικές επιδιώξεις: εάν στην προσπάθειά του να διατηρήσει «καλή» σχέση με τους γονείς του θυσιάσει το δικό του προχώρημα. Στην περίπτωση αυτή οι αγωνίες των γονιών ακούγονται σαν άρνηση στο μεγάλωμά του και η σχέση μαζί τους βιώνεται ως θυσία και συμβιβασμός. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια να μην έχουμε να κάνουμε με πραγματική σχέση αλλά με συνθήκες εξουσίας και ανταλλαγής. Παράγονται με τον τρόπο αυτό γερασμένοι γονείς και υπερμεγέθη παιδιά που ζουν σαν ενήλικες με αναπηρία, την αναπηρία της δημιουργικότητάς και των ικανοτήτων τους.
  • Ρήξη των οικογενειακών δεσμών: εδώ και πάλι οι γονεϊκές αντιστάσεις εκλαμβάνονται ως άρνηση και η επιλογή που βλέπει ο νέος άνθρωπος ως μόνο τρόπο να ακολουθήσει το δικό του μονοπάτι είναι η φυγή και η διακοπή των σχέσεων. Με τίμημα όμως η κάθε προσωπική του επιτυχία να έχει μία επίγευση πίκρας. Και εδώ πάλι κάτι μοιάζει να πρέπει να θυσιαστεί. Σαν να τίθεται ένα δίλλημα «Ο θάνατός σου, η ζωή μου», δίλλημα που υποτιμά τόσο την ικανότητα του νέου να υποστηρίξει με σεβασμό τους στόχους του όσο και την παρά τις αντιστάσεις επιθυμία των γονιών να δουν το παιδί τους να μεγαλώνει και να δημιουργεί.

 

Πώς να σταθεί λοιπόν ο νέος άνθρωπος ώστε να διασφαλίσει το άνοιγμά του στην ενήλικη ζωή διατηρώντας καλές οικογενειακές σχέσεις;

Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι ο θυμός τη στιγμή που νιώθει ότι έχει έρθει η στιγμή να βγει από την  «οικογενειακή κοιλιά» είναι μόνος καλός. Το συναίσθημα του θυμού λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα ότι μία κατάσταση δεν μας ταιριάζει πια και το να μπορούμε να το αντιληφθούμε είναι μόνο καλό. Εάν όμως μείνουμε μόνο στην αντίδραση του θυμού θα κάνουμε απλώς επαναστάσεις και δεν θα επιχειρούμε καμία ουσιαστική δράση αλλαγής προς νέες καλύτερες συνθήκες ζωής. Θα προσπαθούμε με λίγα λόγια να πείσουμε τους γονείς ότι «μεγαλώσαμε» και δεν θα κάνουμε τίποτα που να φανερώνει το μεγάλωμά μας. Γιατί αν η εστία προσοχής είναι το να πείσουμε απλώς τους γονείς μας τότε μιλάμε για εφηβική αντίδραση και όχι για ενήλικη στάση. Η ενήλικη στάση εμπεριέχει σεβασμό απέναντι στα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας. Η ενήλικη στάση σημαίνει και δυνατότητα ενήλικου τρόπου σχετίζεσθε κάτι που καμία σχέση δεν έχει με παρορμητικές αντιδράσεις φυγής ή απόσυρσης. Αν στόχος είναι η επιδίωξη των προσωπικών στόχων και το άνοιγμα των φτερών μας προς τη ζωή, δηλαδή κάτι καλό, όμορφο και ζωντανό, τότε μόνο με στάση ζωντάνιας και ομορφιάς έχουμε να το υπερασπιστούμε και όχι με διάθεση και όρους σύγκρουσης. Έχουμε όμως παράλληλα να κατανοήσουμε και τη δυσκολία και την αντίσταση των γονέων στις πραγματικές της διαστάσεις και όχι ως άρνηση και καταπίεση. Στα πλαίσια αυτά η ανακοίνωση των αποφάσεων έχει να λάβει τη διάσταση του μοιράσματος ανάμεσα σε ενήλικες. Έχει να γίνει με τρυφερότητα απέναντι στους ανθρώπους που αποχωρίζονται το ρόλο τους ως φροντιστές και μέχρι τη στιγμή αυτή τον επιτέλεσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν. Έχει να γίνει όχι με όρους εγκατάλειψης αλλά ζητώντας τους την «ψήφο εμπιστοσύνης» τους για τα μελλοντικά μας επιτεύγματα.

Αν αυτός ο αποχωρισμός γίνει με τέτοιους όρους, όρους εκ νέου γέννησης, όρους καλής ολοκλήρωσης του έργου των γονέων που με την αφοσίωσή τους και τη φροντίδα τους δημιούργησαν ανθρώπους που μπορούν να σχεδιάζουν τη ζωή τους και να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις, τότε δεν θα έχουμε κλίμα σύγκρουσης, αλλά εμπλουτισμού σχέσεων, αναγωγή των οικογενειακών δεσμών σε νέο επίπεδο.

Αντίστοιχα, και οι γονείς με τέτοιο τρόπο έχουν να αντικρύσουν την ενηλικίωση των παιδιών τους: σαν ολοκλήρωση του πολύχρονου έργου τους που πια ευοδώνεται επιτυχώς και που δικαιούνται να το χαρούν και να το αναγνωρίσουν στους εαυτούς τους. Γιατί αν τα δικά τους παιδιά τα ανέθρεψαν με τρόπους που να μπορούν να γίνουν πια τα ίδια δημιουργοί ζωής οφείλεται στις δικές τους καλές πρακτικές. Έχουν λοιπόν να μεταβολίσουν το ενδιαφέρον τους και τις φροντίδες που παρείχαν σε ευχές και εμπιστοσύνη στους στόχους και τα όνειρα του παιδιού τους, που πια ενηλικιώθηκε.

Δεν μιλάμε λοιπόν για αποχωρισμό από τους γονείς αλλά για χαιρετισμό, αναγνώριση και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν το παιδί ξεκινάει να μαθαίνει ποδήλατο χρησιμοποιεί βοηθητικές ρόδες. Όταν πια φτάσει να κάνει ποδήλατο χωρίς αυτές, η επιτυχία ανήκει τόσο στους γονείς που του έμαθαν να εμπιστεύεται την ικανότητά του να ισορροπεί όσο και στο παιδί που εμπιστεύτηκε το βλέμμα τους ότι θα καταφέρει.

Αν το πέρασμα στην ενηλικίωση σημαίνει ανθρώπους που λαχταρούν να γίνουν δημιουργικοί επαγγελματίες, αυτόνομοι και φιλόδοξοι νέοι, ζωντανοί φίλοι, στοργικοί γονείς, γιατί να μιλάμε για οικογενειακή κρίση και όχι για επιτυχία της λειτουργίας της οικογένειας τελικά;


Οι φόβοι που ακινητοποιούν και η ζωή που περιμένει

Συχνά πολλοί ενήλικες αναφέρουν ότι ταλαιπωρούνται από φόβο και έντονο άγχος που προσανατολίζεται απέναντι σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση, όπως ένα ζώο ή έντομο, η χρήση ανελκυστήρα, το σκοτάδι, οι αρρώστιες κλπ.

foboi_fobies

Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια του φόβου διαφοροποιείται από εκείνη της φοβίας. Ο φόβος αναφέρεται σε ένα πραγματικό, αντικειμενικό γεγονός και αποτελεί υγιή λειτουργία του οργανισμού δεδομένου ότι μας κινητοποιεί στο να αντιμετωπίσουμε την συγκεκριμένη κατάσταση, να αντιληφθούμε τον κίνδυνο και να διασφαλίσουμε την προστασία μας. Αν δεν νιώθουμε φόβο μπροστά σε πρωτόγνωρες, ανοίκειες ή και επικίνδυνες συνθήκες κινδυνεύουμε να κάνουμε βιαστικές κινήσεις που ενδεχομένως απειλούν την ασφάλειά μας.

Από την άλλη πλευρά, η φοβία αφορά αντικείμενα ή καταστάσεις που δεν ενέχουν πραγματικό κίνδυνο ή που η αγωνία που τους αντιστοιχεί είναι δυσανάλογη με την ένταση του συναισθήματος που βιώνουμε. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η αγωνία μπροστά στη χρήση ανελκυστήρα που μας αναγκάζει να χρησιμοποιούμε τις σκάλες ανεβαίνοντας συχνά πολλούς ορόφους ή η φοβία για το αεροπλάνο.

Αναμφίβολα, οι καταστάσεις στις οποίες απευθύνονται οι φοβίες είναι τέτοιες που δυσκολεύουν αρκετά την καθημερινότητα του ατόμου και σε πρακτικό επίπεδο δημιουργώντας εμπόδια στη δραστηριότητά του, αλλά και στη συναισθηματική του ζωή δεδομένου ότι αντιλαμβάνεται τη «μη- λογική» φύση τους και εμπλέκεται σε μία διαδικασία κατευναστικών προσπαθειών. Είναι όμως σημαντικό να τονιστεί ότι ενώ σε λογικό επίπεδο δεν είναι κατανοητές, στο ψυχικό πεδίο συναντούν το αντίκρυσμά τους. Όσο κανείς προσπαθεί απλώς να κατευνάσει το συναίσθημά του υπενθυμίζοντας στον εαυτό του τη μη λογική αιτία της φοβίας, απομακρύνεται από την ουσία της ύπαρξής της καταγράφοντας παράλληλα τη σκέψη του ως παράλογη και ύποπτη, κάτι που δεν ευσταθεί.

Το αντικείμενο της φοβίας είναι μη σχετιζόμενο με την αιτία που την κινητοποιεί. Σύμφωνα με την υπαρξιακή θεώρηση, πίσω από το αντικείμενο της φοβίας βρίσκεται ένα έντονο υπαρξιακό άγχος και συνεπώς επιθυμία για ζωή στην οποία δεν έχει δοθεί η απαραίτητη προσοχή. Το άτομο στην προσπάθειά του να απομακρύνει το βλέμμα του από τα ζητήματα εκείνα που πραγματικά το απασχολούν συγκεντρώνει την αγωνία του σε ένα αντικείμενο ή κατάσταση που καθίσταται πλέον φοβικό και τείνει να το αποφεύγει. Αυτό όμως που στην πραγματικότητα αποφεύγει είναι η ανάληψη ευθύνης απέναντι στον τρόπο που επιθυμεί να ζει και να σχετίζεται. Στην αγοραφοβία για παράδειγμα το αίσθημα εγκλωβισμού μπορεί να αντιστοιχεί σε πραγματικό εγκλωβισμό σε ψυχικό και υπαρξιακό επίπεδο τη στιγμή που λόγου χάρη το άτομο ζει σε μία σχέση χωρίς προσωπικούς όρους και χωρίς συνθήκες χαράς, δημιουργίας και ικανοποίησης.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία στην περίπτωση των φοβιών βοηθά να διαφωτιστούν οι πλευρές εκείνες του ανθρώπινου ψυχισμού που έχουν εγκλωβιστεί, αποσιωπηθεί και «σκοτεινιάσει». Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πτυχές της ζωής και το πλέγμα των σχέσεων του ατόμου και μην επικεντρώνοντας αποκλειστικά και μόνο στην επούλωση του «συμπτώματος» , η φοβία γίνεται κατανοητή αναδεικνύοντας την επιθυμία που κρύβεται πίσω από το φοβικό αντικείμενο. Αντιμετωπίζοντας τον κάθε άνθρωπο ως μοναδική οντότητα με τις προσωπικές του αξίες και όρους ύπαρξης, μπορούμε να καταλάβουμε τη λογική της φοβίας και να την αξιοποιήσουμε. Μπορούμε να διακρίνουμε στην επιλογή της φοβίας την ανάγκη να αναζητηθεί ένα τρόπος νοηματοδότησης της ζωής τη στιγμή που η φοβία έρχεται για να επισκιάσει τα κενά που προκαλούν άγχος. Αν μείνουμε με στείρο τρόπο στη θεραπεία της φοβίας για παράδειγμα του σκοταδιού θα ανάψουμε περισσότερα φώτα ή θα προσπαθήσουμε να περνάμε όλο και περισσότερο χρόνο σε σκοτεινές συνθήκες. Αν σε έναν ενήλικα που «φοβάται» το σκοτάδι συστήσουμε τέτοια τεχνάσματα ώστε να μην το φοβάται, καταλήγουμε στο να τον υποτιμάμε τη στιγμή που τον αντιμετωπίζουμε σαν παιδάκι και του προτείνουμε «συνταγές παρηγορητικής» αντίστοιχες με ένα παραμύθι ή ένα αρκουδάκι για τον ύπνο.

Το ζητούμενο στη θεραπεία της φοβίας ενός ενήλικα είναι να «φωτιστούν» επί της ουσίας οι εσωτερικές εκείνες πλευρές μας που έχουν μείνει στη σκιά και αναζητούν κατανόηση, ανάδειξη και αξιοποίηση. Να εντοπιστούν ακόμη οι παράγοντες εκείνοι που δυσκολεύουν το άτομο να οδηγήσει τις επιθυμίες του- με αποτέλεσμα τη δημιουργία της φοβίας- και να αναζητηθούν λύσεις που θα απομακρύνουν τα εμπόδια.

Είναι επομένως σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η φοβία αυτή καθαυτή δεν είναι το πραγματικό εμπόδιο που έχουμε να εξολοθρεύσουμε. Η φοβία είναι το παράγωγο της καλυμμένης προσωπικής μας δυσκολίας που αντιστοιχεί σε επιθυμία ζωής.

Όσο η ζωή περιμένει, οι φόβοι θα μας ακινητοποιούν.

Αλλά όσο η δυσκολία μας γίνεται αποδεκτή και αντικείμενο επεξεργασίας, τόσο θα γεμίζουμε την καθημερινότητά μας με αντικείμενα, σχέσεις και καταστάσεις που μπορούμε να χαιρόμαστε και όχι να αποφεύγουμε.