Ενήλικες

Τα «όρια» της απιστίας..1472780_266604653492910_1492693796_n

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια

«Επιτρέπεται» να ζητάει ένας δεσμευμένος άνθρωπος επιβεβαίωση μέσω του φλερτ με άλλους ανθρώπους; Το να διαπιστώνει κανείς πού και πού κατά πόσο «περνάει η μπογιά του» είναι αποδεκτό; Μέχρι πού επιτρέπεται να φλερτάρει κανείς; Υπάρχουν όρια στην απιστία;

Προσπαθώντας να προσεγγίσει κανείς μία απάντηση που να έχει κάποιο νόημα για τον αναγνώστη, έχουμε αρχικά να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στον τρόπο που τίθεται το ερώτημα αυτό καθεαυτό και συγκεκριμένα στις λέξεις «επιτρέπεται» και αν είναι «αποδεκτό» το φλερτ αυτού του είδους. Οι λέξεις αυτές βάζουν μια ηθική και νομική διάσταση στο θέμα με αποτέλεσμα το ερώτημα να απαντιέται εύκολα, αλλά ίσως το ουσιαστικό ερώτημα να παραμένει αναπάντητο.

Ειδικότερα, αν το θέμα είναι απλώς αν επιτρέπεται ή όχι κάποιος να φλερτάρει, να πάρει και να δώσει επιβεβαίωση ή και να απιστήσει, η απάντηση είναι απλή: εφόσον δεν το απαγορεύει ο νόμος, φυσικά και «επιτρέπεται». Παράλληλα, αν μείνουμε στο ηθικό του θέματος, στο αν δηλαδή μια τέτοια συμπεριφορά θα λάβει κάποιους χαρακτηρισμούς από το περιβάλλον, πάλι μπορεί να βρεθεί απάντηση: δεν χρειάζεται να μοιραζόμαστε όλα με όλους. Αλλά ακόμα και αν το πρόσωπο που ταλαιπωρείται από τέτοια ερωτήματα λάβει αυτές τις απαντήσεις, απενοχοποιηθεί και απλώς κρύβει τις συμπεριφορές του από εκείνους που δεν καταλαβαίνουν και επικρίνουν, θα έχει λάβει την απάντηση που αναζητά; Ή μήπως όχι;

Προκειμένου να συναντήσουμε τον άνθρωπο και τα πραγματικά του ερωτήματα οφείλουμε να απομακρύνουμε την ηθικίστικη βάση του αρχικού ερωτήματος και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που πραγματικά αναζητά ο ίδιος/ η ίδια να καταλάβει.

Ας δούμε αρχικά τι είναι φλερτ, από ποια στοιχεία συναρτάται και κατά πόσο αυτά είναι επιλήψιμα.

Φλερτ: Συνάντηση, ερωτική διάθεση, προσοχή, παιχνίδι, επιβεβαίωση, αναγνώριση, ζωντάνια, ένταση, ενθουσιασμός.

Αυτά είναι μερικά από τα τόσο ελκυστικά συστατικά στοιχεία του φλερτ, της ερωτικής διάθεσης και της αμοιβαίας προσφερόμενης αναγνώρισης των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό. Συνάντηση ανθρώπων, εστίαση στα ελκυστικά στοιχεία ο ένας του άλλου, προσφορά προσοχής, παιχνίδισμα, χαρά, ενθουσιασμός.. ακόμα και ηθικά να το δούμε θα ήταν άδικο να χαρακτηρίσουμε με αρνητικούς όρους τέτοιες ανταλλαγές μεταξύ των ανθρώπων. Ατμόσφαιρα ερωτισμού, ζωντάνιας, χαράς και συναντήσεων όπου θα αναδεικνύονται τα καλά κομμάτια μας δικαιούμαστε να έχουμε διαρκώς.

Αν λοιπόν κάτι υπάρχει να διερευνηθεί στο αρχικό μας ερώτημα και την ενοχοποίηση με την οποία τίθεται, είναι κατά πόσο ο τρόπος που επιτρέπουμε να φλερτάρουμε γίνεται με όρους καλούς για εμάς ή με όρους που μας αδικούν και δεν μας συμφέρουν. Εάν δηλαδή, κάποιος ζει μια μίζερη ζωή, χωρίς ενθουσιασμό, δουλεύει χωρίς να χαίρεται τη δουλειά του, να προσφέρει και να κερδίζει, είναι σε έναν γάμο που μοιάζει περισσότερο με συγκατοίκηση παρά με σχέση και ερωτική συνύπαρξη, έχει εγκαταστήσει ρουτίνες που μοιάζουν με δραστηριότητες και χόμπυ αλλά χρησιμεύουν για να καλύπτουν τη μοναξιά και την τεράστια λαχτάρα του για πραγματική συνάντηση με τον άλλον, τότε θα φτάνει στα όριά του και θα χρειάζεται πού και πού «ανάσες» φλερτ, και όχι πραγματικό φλερτ, για να επιβιώνει, για να αντέχει.. Αν κάπου στρέφεται αυτή η ενοχή δεν είναι στη συμπεριφορά και αν καλώς ή κακώς πρόδωσε το σύντροφο ή τη σύντροφο, αλλά στον εαυτό του και στις δικές του επιθυμίες για μία πραγματική ζωή που θα διαπνέεται από ουσιαστικές σχέσεις και ερωτισμό και τις οποίες ψευτο- ικανοποιεί με «φλερτάκια» και σύντομες περιπετειούλες. Αν κάποιος προδίδεται δεν είναι ο σύντροφος, αλλά ο άνθρωπος εκείνος που αντί να αναρωτηθεί ειλικρινά και να κοιτάξει με σεβασμό και τρυφερότητα τις επιθυμίες του για μία πραγματική ζωή αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν τοίχο που έχει ξεβάψει και ψάχνει να βρει αν «περνάει ακόμα η μπογιά του».

Αν υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα που έχει να τεθεί εδώ είναι αν θα φροντίσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας ή αν απλώς θα «στοκάρουμε» τις επιθυμίες μας. Αν θα δώσουμε επομένως χώρο να ακουστούν οι ζωντανές μας επιθυμίες ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι έχουμε να αντικρύσουμε και λάθος χειρισμούς που έχουμε κάνει στη μέχρ39dcac3ff8fa7a5eb9142f666d369908ι τώρα πορεία μας και χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε προκειμένου να ζήσουμε αυτό που δικαιούμαστε.

Δεν υπάρχει ούτε επιτρέπεται ούτε απαγορεύεται. Μπορεί κανείς να ζει με τεχνητές αναπνοές ή να οικοδομήσει μια ζωή που να αναπνέει ελεύθερα. Η απάντηση είναι πέρα για πέρα προσωπική σε ένα ερώτημα που από τα όρια της απιστίας φτάνει κάτω από τη σκοπιά αυτή να ζητά απάντηση για τους φραγμούς που διατηρούμε στις προσωπικές μας σχέσεις, για τα όρια που βάζουμε στην καθημερινή μας ευχαρίστηση, για τους περιορισμούς για αληθινές συναντήσεις με τον/ την σύντροφό μας,  τελικά για την ευθύνη και τη δυνατότητα που έχουμε και που ίσως δεν αξιοποιούμε αρκετά ώστε να ζούμε την ενδιαφέρουσα, ενθουσιώδη, έντονη, δημιουργική, ερωτική ζωή που δικαιούμαστε.

 


Οι πολλαπλοί ρόλοι της σύγχρονης γυναίκας και η πρόκληση να διατηρήσει και να υποστηρίξει την ταυτότητά της σε πείσμα των χρονικών περιορισμών

woman

 

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού & Οικογένειας

 

 

Ζούμε σε μία εποχή όπου η λειτουργία της οικογένειας και η δυναμική των συντροφικών σχέσεων έχουν απελευθερωθεί από τους περιοριστικούς όρους που είχαν στο παρελθόν. Παλαιότερα, η οικογένεια ιδίως στις αγροτικές κοινωνίες είχε τη λειτουργία της επιβίωσης και της αλληλουποστήριξης των μελών: οι εργασίες και οι ρόλοι ήταν σαφώς μοιρασμένοι και προδιαγεγραμμένοι βάση του φύλου, οι οικονομικοί και υλικοί πόροι κατανεμημένοι και οι σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών προσδιορισμένοι βάσει της εξυπηρέτησης των αναγκών του σπιτιού και του μεγαλώματος των παιδιών. Η δημιουργία οικογένειας ήταν ο «προορισμός» του ανθρώπου και η αποκατάσταση της γυναίκας μέσω του γάμου, όπου το προξενιό λειτουργούσε σαν μέσο υλοποίησης αυτού του προορισμού, απαραίτητη για την κοινωνική της αποδοχή. Με την πάροδο του χρόνου, η σχέση ζευγαριού επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην απόκτηση παιδιών και στο μεγάλωμά τους, οι σύζυγοι εστίαζαν στην επαγγελματική κυρίως καταξίωσή τους προκειμένου να επιτελεστεί αυτός ο σκοπός και η σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι απειλούνταν από εξαφάνιση. Σήμερα, τα ζευγάρια διεκδικούν μία σχέση όχι απλώς για την εξυπηρέτηση σκοπών, προορισμών ή αναγκών ασφάλειας, αλλά μία σχέση η οποία επιτρέπει την προσωπική τους ανάπτυξη και την καλή συνάντηση ανάμεσα στους συντρόφους. Σε μία τέτοια εποχή, η θέση της γυναίκας, όπως βέβαια αντίστοιχα και του άντρα, έρχεται να αναδειχτεί, να ελευθερωθεί αλλά και να εμπλουτιστεί, χωρίς να χαθεί η ιδιαιτερότητα και τα χαρακτηριστικά εκείνα που της προσδίδουν μοναδικότητα και αυτοεκτίμηση.

Η σημερινή γυναίκα επιτρέπεται να μην είναι απλώς μητέρα που θα είναι εγκατεστημένη στην οικία και θα μεγαλώνει τα παιδιά της οικογένειας. Η σημερινή γυναίκα έχει τη δυνατότητα να εκφράζει και να γεύεται τη δημιουργικότητά της μέσα από την εργασία της και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά της. Έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί τις ικανότητές της και να χαίρεται τον εαυτό της. Μπορεί να προσφέρει στο κοινό ταμείο της σχέσης τόσο υλικά, όσο και συναισθηματικά, με το να μοιράζεται τις δημιουργίες και τα συναισθήματά της με τον σύντροφό της, αντί απλώς να λειτουργεί διακοσμητικά πλάι σε έναν άντρα- κουβαλητή- ρόλοι υποτιμητικοί και ασφυκτικοί και για τους δύο. Έχει πια ελευθερία να επικοινωνεί τις αγωνίες της και να αφουγκράζεται τις σκέψεις του συντρόφου της. Να δέχεται αλλά και να προσφέρει φροντίδα. Να μοιράζεται χαρά και να στηρίζει, αλλά και να ζητάει στήριξη. Να δίνει ζωή σαν μητέρα, αλλά και να αναδεικνύει την ικανότητα του  πατέρα στη φροντίδα.

Παρόλα αυτά, οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής έρχονται να προβληματίσουν αρκετές γυναίκες ως προς τον συντονισμό των πολλαπλών τους ρόλων. Γυναίκες οι οποίες είναι εργαζόμενες, σύζυγοι και ίσως και μητέρες. Ερωτήματα που προκύπτουν συχνά είναι «Πώς να ανταποκριθώ από άποψη χρόνου σε όλους τους ρόλους μου;», «Πώς να προλάβω και να εργαστώ και να δω το σύντροφό μου;», «Πώς να μην εμποδίζει η πολύωρη εργασία μου τη σχέση μου με τα παιδιά μου;»

Σε πρώτη ανάγνωση, έχουμε εδώ να δούμε ένα ζήτημα «χρόνου», ένα συναίσθημα άγχους να τα προλάβουμε όλα και στο τέλος μία αίσθηση ενοχής και προσωπικής ανεπάρκειας όπου ακούγεται το «μάλλον δεν είμαι αρκετά καλή μητέρα» ή το «ναι, αλλά δεν έχω χρόνο για τον εαυτό μου» και ακόμα και λόγια για το πόσο εκνευριστικά και φορτικά μπορούν να γίνουν τα παιδιά. Αν μείνουμε όμως σε αυτό το πρώτο επίπεδο, τότε η απάντηση και η λύση είναι εύκολη αλλά ενδεχομένως  υποτιμητική για όλα όσα δικαιούται να ζει και να απολαμβάνει μία σύγχρονη γυναίκα. Μία λύση όπου «κάτι από όλα» θα χρειαστεί να «κοπεί» ώστε να έχουμε «περισσότερο χρόνο»,  χρόνο που θα γκρινιάζουμε- ξανά- για εκείνα που μας «στέρησε» η μητρότητα, η συμβίωση, η εργασία. Σαν δηλαδή να μπαίνει το δίλημμα μιας επιλογής όπου κάποια επιθυμία μας θα πρέπει οπωσδήποτε να μην εκπληρωθεί. Πόσο όμως τότε θα μπορούμε να χαιρόμαστε τη μητρότητα, τη συμβίωση, την επαγγελματική εξέλιξη εάν ταυτόχρονα νιώθουμε ότι αυτά μας στερούν κάτι άλλο; Εκείνο το οποίο «κόψαμε» για να έχουμε «χρόνο»; Πόσο θα χαιρόμαστε τα παιδιά μας εάν τα κοιτάζουμε με το βλέμμα της γυναίκας που απέρριψε τη δουλειά των ονείρων της για να τα μεγαλώσει; Πόσο θα ευχαριστιόμαστε με τον άντρα μας εάν δεν φροντίζουμε τις προσωπικές μας ενασχολήσεις και τις δημιουργικές αναζητήσεις μας;

Είναι αλήθεια ότι μία σύγχρονη γυναίκα, σύγχρονη από την άποψη των πολλαπλών δυνατοτήτων που έχει στο σήμερα, δεν μπορεί να κοιτάζει τον εαυτό της με κριτήρια αλλοτινού χρόνου. Είναι αλήθεια ότι η γυναίκα του σήμερα δεν μπορεί να παραμείνει όλη την ημέρα στο σπίτι και να φροντίζει τα παιδιά όπως παλιότερα, γιατί αυτή η γυναίκα αν δεν φροντίσει πολλαπλά τον εαυτό της δεν θα είναι η σημερινή καλή μητέρα εν τέλει. Και η φροντίδα που θα παρέχει θα κινδυνεύει να μην είναι πραγματικά καλή φροντίδα τελικά. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν υπονοεί την παραμέληση της φροντίδας των παιδιών, διότι τότε θα επιστρέφαμε πάλι στο προηγούμενο ψευτο- δίλημμα: εργασία ή μητρότητα; Επαγγελματίας ή σύντροφος; και ούτω καθ’ εξής, όπου πάντα κάτι καλό θα χρειάζεται να αποκλείεται και μια πλευρά του εαυτού θα πρέπει να μένει ανικανοποίητη.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα που έχει να τεθεί δεν είναι πώς θα βρεθεί περισσότερος χρόνος ή αν πρέπει να εγκαταλείψουμε κάτι, αλλά πώς θα οργανωθεί η καθημερινότητά μας με τέτοιο τρόπο ώστε να τυγχάνουν αποδοχής όλες οι πλευρές του εαυτού μας με τα σημερινά δεδομένα και όχι σύμφωνα με τους παλιότερους τρόπους ζωής. Πώς επίσης η σύγχρονη γυναίκα αντί να ενοχοποιεί τον εαυτό της για τις πολλές και πλούσιες επιθυμίες της θα τις αποδεχτεί ως καλές και θεμιτές ώστε να νιώθει καλά με τον εαυτό της και πώς στα πλαίσια αυτά θα βρίσκει εναλλακτικές λύσεις ώστε να αξιοποιεί στο έπακρο και να χαίρεται το «χρόνο» με το σύντροφο, τα παιδιά της, τις ενασχολήσεις της. Πώς η εργαζόμενη γυναίκα θα υπερασπίζεται τη δυνατότητά της να παραμένει τρυφερή και ελκυστική σύντροφος χωρίς να αναλώνεται και να καταναλώνει χρόνο και ενέργεια σε αγωνίες για το αν το ένα αποκλείει το άλλο και αν θα πρέπει να κάνει μια αναγκαστική επιλογή. Πώς η στοργική μητέρα θα υπερασπίζεται την αξιοποίηση των ικανοτήτων της σε μία δημιουργική δουλειά ώστε μόλις επιστρέφει να μπορεί να χαίρεται το παιδί της και να μην το σηκώνει σαν ένα βάρος που την περιορίζει.

Οι απαντήσεις είναι πολλές, οι εναλλακτικές ποικίλουν και η επιλογή αφορά την προσωπικότητα της κάθε γυναίκας, αλλά και τη φύση της συντροφικής σχέσης, δεδομένου ότι οι νέες γυναίκες σήμερα μοιράζονται τις αγωνίες και τις επιθυμίες τους με τους συντρόφους τους και οργανώνουν από κοινού την πορεία της ζωής τους. Το σημαντικό όμως που κρύβεται πίσω από αυτή την επιδερμική περί χρόνου ανησυχία και που έχουμε να το λάβουμε σοβαρά υπόψιν είναι ο κίνδυνος στην έγνοια μας να είμαστε επαρκείς και καλά σε όλα τα κομμάτια της ζωής μας να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις δυνατότητες που μπορούμε να χαιρόμαστε στο σήμερα ως γυναίκες σαν ένα πρόβλημα που έχουμε να λύσουμε, να προλάβουμε, να φορτωθούμε. Γιατί τότε είναι που θα υποτιμήσουμε τον εαυτό μας και θα μας δούμε μονομερώς, με αποτέλεσμα τελικά εμείς οι ίδιες να αποκλείσουμε ζωντανά κομμάτια του εαυτού μας που δικαιούμαστε να υπερασπιζόμαστε και να απολαμβάνουμε. Διότι αν η νέα γυναίκα που την ώρα που «φιλοτεχνεί» ένα γρήγορο, αλλά πρωτότυπο και πικάντικο πιάτο ταυτόχρονα επεξεργάζεται τις τελευταίες οικονομικές εξελίξεις στο laptop που αφορούν τη δουλειά της, δεν καμαρώσει τον εαυτό της αλλά βάλει ερώτημα για το κατά πόσο «πιέζεται», «αναγκάζεται» να τα προλαβαίνει όλα, τότε εκείνη θα είναι που επιδιώκει να κοιτάξει τον εαυτό της μονόπλευρα: ή μόνο για να εργάζεται χωρίς θηλυκότητα ή μόνο για να μαγειρεύει χωρίς δημιουργικότητα και μαγεία.

Αν ο χρόνος μπορεί να αυξηθεί; Όσο ενοχοποιούνται οι επιθυμίες, ο χρόνος θα είναι πάντα λίγος, αλλά θα αφιερώνεται άπλετα σε σκέψεις περί αδικίας και ανικανοποίητου, όπου ο γάμος και τα παιδιά θα είναι η πηγή του κακού και της στέρησης.

Όσο η σύγχρονη γυναίκα καλωσορίζει τις επιθυμίες της και δεσμεύεται απέναντι στον εαυτό της να επιτρέπει σε κάθε της πλευρά να εκφράζεται, να ικανοποιείται και να είναι πηγή δημιουργίας και όσο δεν επιτρέπει να μην συμμετέχει σε κάποια πλευρά της ζωής της ακριβώς επειδή δικαιούται να τις χαίρεται όλες, ο χρόνος θα αποκτά διαστάσεις πληρότητας, προσωπικής ολοκλήρωσης, ουσίας και πώς όχι τελικά επάρκειας;

 


Κρίσειςkrisi_panikou πανικού: η συστημική οπτική

 

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού & Οικογένειας

 

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στις μέρες μας έρχονται σε επαφή με αυτό που ονομάζεται κρίση πανικού. Γρήγοροι ρυθμοί ζωής και εξωτερικά μεταβαλλόμενες συνθήκες συνυπάρχουν με εσωτερικές και οικογενειακές εντάσεις. Το άγχος που ενδέχεται να βιώσει κάποιος είναι μεγάλο και η πιθανότητα εκδήλωσης μίας κρίσης πανικού αυξανόμενη.

Συμπτώματα όπως ζαλάδα, μούδιασμα των άκρων, εφίδρωση, λιποθυμική τάση, ταχυπαλμία, δυσκολία στην αναπνοή είναι τυπικά εμφανιζόμενα στη διάρκεια μιας κρίσης πανικού και μπορεί να συνοδεύονται από φόβο θανάτου, αρρώστιας καθώς και φόβο απώλειας του ελέγχου του εαυτού. Σκέψεις όπως «θα τρελαθώ», «θα πάθω έμφραγμα» κλπ. είναι συχνές. Υπάρχει όμως αυτή η πιθανότητα; Όχι. Ο κίνδυνος σωματικής ή ψυχικής νόσου περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο στα πλαίσια του φόβου.

Για την αντιμετώπιση των κρίσεων πανικού χρησιμοποιούνται συχνά διάφορες θεραπείες όπως η φαρμακοθεραπεία και οι τεχνικές χαλάρωσης, με όχι πάντα αποτελεσματικό τρόπο. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στοχεύει ακριβώς στην επούλωσή τους, με αποτέλεσμα όμως την επανεμφάνισή τους τη στιγμή που δεν ασχολούμαστε παράλληλα με την πηγή τους, το τι προκαλεί δηλαδή τα συμπτώματα.

 Έχουμε λοιπόν να δούμε τι βρίσκεται πίσω από τα συμπτώματα.

Σύμφωνα με την οπτική της συστημικής- υπαρξιακής προσέγγισης η κρίση πανικού αποτελεί εκδήλωση μίας εσωτερικής σύγκρουσης.

  • Συναισθήματα που έχουν αποσιωπηθεί
  • ανάγκες και επιθυμίες που μοιάζουν ασυμβίβαστες και προκαλούν άγχος
  • αλλαγές στον τρόπο ζωής μας στις οποίες σπεύσαμε να ανταποκριθούμε χωρίς ενδεχομένως να έχουμε προετοιμάσει τον εαυτό μας
  • ζητήματα που μας απασχολούν σε σχέση με τα παιδιά, το σύντροφο ή την οικογένειά μας, βρίσκονται συχνά πίσω από τα συμπτώματα μιας κρίσης πανικού.

Το άτομο που παθαίνει κρίση πανικού δεν είναι ασθενής. Η κρίση πανικού μπορεί να συμβεί σε όλους μας όταν δεν έχουμε επεξεργαστεί αρκετά κάποια σημαντικά θέματα που μας απασχολούν και βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Πίσω από μία κρίση πανικού μπορεί για παράδειγμα να κρύβεται η αγωνία μας να πετύχει η κοινή συμβίωση με το σύντροφό μας ή να ανταποκριθούμε επάξια στα καινούρια καθήκοντα της εργασίας μας χωρίς να θυσιάσουμε την προσωπική μας ζωή. Ακόμη, στα πλαίσια μιας οικογένειας ένας έφηβος μπορεί μέσω της κρίσης πανικού να καθρεφτίζει τη δυσκολία στη σχέση των γονιών του και την ανησυχία του για αυτήν την ώρα που προσπαθεί να ασχοληθεί δημιουργικά με το μέλλον του.

Η κρίση πανικού «τραντάζει» το σώμα μας ακριβώς επειδή εκείνη τη στιγμή νιώθουμε να βρίσκονται σε σύγκρουση δύο επιθυμίες μας, η μία από τις οποίες συνήθως αποσιωπείται. Στο παραπάνω παράδειγμα η παραμέληση της προσωπικής μας ζωής για χάρη της εργασίας μας ή αντίστροφα μας φέρνει σε σύγκρουση τη στιγμή που και οι δύο επιθυμίες είναι σημαντικές για μας και «ζητούν» διέξοδο.

 Έχουμε να δούμε την κρίση πανικού ως ένα σήμα που μας στέλνει ο οργανισμός μας προκειμένου να φροντίσουμε εκείνες τις πλευρές μας με τις οποίες δεν ασχοληθήκαμε όσο χρειαζόταν και να επιλύσουμε τη σύγκρουση παράγοντας μία λύση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.

Παρά το γεγονός ότι τα συναισθήματα που συνοδεύουν την κρίση πανικού είναι δύσκολα (άγχος, αγωνία, φόβος), είναι ωστόσο δείγμα υγιούς ψυχικής λειτουργίας τη στιγμή που αναδεικνύει αποσιωπημένες υγιείς επιθυμίες και μας καλεί να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας πιο ουσιαστικά. Δεν είμαστε ασθενείς και ο πανικός έχει λόγο που υπάρχει. Βρίσκεται εκεί για να μας θυμίσει ότι είναι ανάγκη να κοιτάξουμε τι «κρύβεται» πίσω από αυτόν. Να «ακούσουμε» εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που βάλαμε στο περιθώριο και που τώρα μας στέλνουν σήματα μέσω της κρίσης ώστε με την κατάλληλη επεξεργασία τους να ορίσουμε τη ζωή μας πιο ανθρώπινα και λειτουργικά.


 

 

Το πέρασμα στην ενηλικίωση και το αντίδοτο του θυμού: πώς να διασωθεί η χαρά της ενηλικίωσης χωρίς να πληγούν οι σχέσεις με την πατρική οικογένεια

perasma_enilikiosi

 

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιού & Οικογένειας

 

«..το παιδί μεγάλωσε..!» , αναφωνεί έκπληκτη η σκέψη του γονιού τη στιγμή που ο νέος ενήλικας- που φυσικά δεν μεγάλωσε από τη μία μέρα στην άλλη- ανακοινώνει μία αδιαπραγμάτευτη επιλογή του τονίζοντας ότι είναι πια σε θέση να αποφασίζει μόνος του, αυτόνομα και ανεξάρτητα από τους γονείς του. «Αποφάσισα να δουλέψω εκεί», «Θα φύγω στο εξωτερικό», «Μετακομίζω με την κοπέλα μου». Έκπληκτος ο γονιός αναρωτιέται και αγωνιά, για το πότε μεγάλωσε το «παιδί», για το αν θα τα καταφέρει μόνο του, για το πώς θα είναι τα πράγματα από εδώ και πέρα.. και στο κάτω- κάτω «πότε πρόλαβαν να γίνουν όλα αυτά τόσο γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση;» Οι αντιδράσεις που μπορεί να προκύψουν ποικίλουν από την καλή επικοινωνία έως και τη σύγκρουση ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας καθώς το νέο άτομο προσπαθεί να υπερασπιστεί την αυτονομία του και οι γονείς να διατηρήσουν το φροντιστικό ρόλο που είχαν μέχρι πρόσφατα.

Είναι όμως χωρίς προειδοποίηση αυτή η μεταβολή;

Το μεγάλωμα των παιδιών αποτελεί για τους γονείς μία διαρκή έκπληξη, εφόσον η ανάπτυξή του προχωρά με φυσιολογικούς ρυθμούς.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανατροφής του παιδιού οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε εκπλήξεις, άλλοτε μικρότερες και άλλοτε μεγαλύτερες. Το παιδί πρωτοπηγαίνει στο σχολείο, το παιδί κάνει την πρώτη του βόλτα με το ποδήλατο. Αυτό συμβαίνει μάλιστα από πολύ νωρίτερα όταν μητέρα και πατέρας λαχταρούν τα πρώτα χαμόγελα και τις πρώτες κουβεντούλες του μωρού τους, το πρώτο του δοντάκι, τα πρώτα του βήματα, λαχταρούν ενδείξεις ότι το δημιούργημά τους προχωράει στη ζωή. Γιατί τότε να αντιδρούν τόσο πολύ όταν το «παιδί» τους πραγματοποιεί ένα ακόμη άνοιγμα στη ζωή; Άνοιγμα που συχνά γίνεται αφορμή για συγκρούσεις ανάμεσά τους. Είναι που δεν επιθυμούν πια το προχώρημά του; Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή..

 Η πρώτη έξοδος του παιδιού στον κόσμο πραγματοποιείται με τη γέννηση. Τότε είναι που συντελείται ο πρώτος αποχωρισμός, αποχωρισμός και για το παιδί και για τη μητέρα. Αν το βρέφος παρέμενε στην κοιλιά της μητέρας του, ένα θα ήταν το αποτέλεσμα: ο θάνατος. Αντίστοιχα, αν το παιδί έμενε στο σπίτι και δεν πήγαινε σχολείο θα μούδιαζε κοινωνικά. Αν δεν χτυπούσε κάνοντας ποδήλατο θα νεκρωνόταν η δυνατότητά του να βιώνει και να αντιμετωπίζει τον πόνο καθώς και να υπερβαίνει τις δυσκολίες χάριν της χαράς και της εμπειρίας της ζωής. Με άλλα λόγια, αν δεν επιτρέπονται οι σταδιακοί και ανάλογα με την αναπτυξιακή φάση του παιδιού αποχωρισμοί από τους γονείς του θα έχουμε σαν συνέπεια την αναστολή της προσωπικής του εξέλιξης και της δυνατότητάς του να γίνει το ίδιο κοινωνός αλλά και δημιουργός ζωής.

Τα επιτεύγματα του παιδιού ενόσω εκείνο παραμένει στην οικογενειακή εστία αντιμετωπίζονται βέβαια με μεγαλύτερη ευκολία από τους γονείς. Είναι αλήθεια ότι το ενδιαφέρον του γονιού για τα παιδιά του διατηρείται καθόλη τη διάρκεια της ζωής, παρότι εκείνα ενηλικιώνονται. Είναι συνεπώς φυσιολογικό και αναμενόμενο να μεταφράζεται αυτό το νοιάξιμο και σε αγωνία σε ένα βαθμό. Η έντονη όμως αντίσταση των γονιών στο προχώρημα του παιδιού που πια είναι νέος ή νέα γεννά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αυτοί οι άνθρωποι πέρα από τη φροντίδα των παιδιών τους αντλούν ικανοποίηση και από τη σχέση τους σαν ζευγάρι και από τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα και ασχολίες. Γονείς που έχουν πάψει να είναι ουσιαστικά σε συντροφική σχέση ή/και έχουν διακόψει για κάποιο λόγο την προσωπική τους εξέλιξη κινδυνεύουν να αντλούν χαρά μόνο από τη συναναστροφή και τη φροντίδα των παιδιών τους. Τη στιγμή λοιπόν που εκείνα θα αποτολμήσουν το άνοιγμα των φτερών τους πέρα από την οικογενειακή φωλιά, η αγωνία αυτών των γονιών δεν θα είναι απλώς νοιάξιμο και ευχή αγωνίας για να τα καταφέρουν στη ζωή τους, αλλά και κραυγή αγωνίας για τη δική τους τύχη μετέπειτα.

Ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές ανεπιθύμητες  αποκρίσεις του νέου ανθρώπου σε μία τέτοια γονεϊκή αντίσταση;

  • Θυμός: τη στιγμή που αντιλαμβάνεται το μεγάλωμά του και ψηλαφίζει τις επιθυμίες που γεννιούνται μέσα του για ζωή και δημιουργία.
  • Δυσκολία και ενοχή: τη στιγμή που εξακολουθεί να αγαπά τους γονείς του και ενδιαφέρεται να είναι καλά.
  • Απόσυρση από τις προσωπικές επιδιώξεις: εάν στην προσπάθειά του να διατηρήσει «καλή» σχέση με τους γονείς του θυσιάσει το δικό του προχώρημα. Στην περίπτωση αυτή οι αγωνίες των γονιών ακούγονται σαν άρνηση στο μεγάλωμά του και η σχέση μαζί τους βιώνεται ως θυσία και συμβιβασμός. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια να μην έχουμε να κάνουμε με πραγματική σχέση αλλά με συνθήκες εξουσίας και ανταλλαγής. Παράγονται με τον τρόπο αυτό γερασμένοι γονείς και υπερμεγέθη παιδιά που ζουν σαν ενήλικες με αναπηρία, την αναπηρία της δημιουργικότητάς και των ικανοτήτων τους.
  • Ρήξη των οικογενειακών δεσμών: εδώ και πάλι οι γονεϊκές αντιστάσεις εκλαμβάνονται ως άρνηση και η επιλογή που βλέπει ο νέος άνθρωπος ως μόνο τρόπο να ακολουθήσει το δικό του μονοπάτι είναι η φυγή και η διακοπή των σχέσεων. Με τίμημα όμως η κάθε προσωπική του επιτυχία να έχει μία επίγευση πίκρας. Και εδώ πάλι κάτι μοιάζει να πρέπει να θυσιαστεί. Σαν να τίθεται ένα δίλλημα «Ο θάνατός σου, η ζωή μου», δίλλημα που υποτιμά τόσο την ικανότητα του νέου να υποστηρίξει με σεβασμό τους στόχους του όσο και την παρά τις αντιστάσεις επιθυμία των γονιών να δουν το παιδί τους να μεγαλώνει και να δημιουργεί.

 

Πώς να σταθεί λοιπόν ο νέος άνθρωπος ώστε να διασφαλίσει το άνοιγμά του στην ενήλικη ζωή διατηρώντας καλές οικογενειακές σχέσεις;

Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι ο θυμός τη στιγμή που νιώθει ότι έχει έρθει η στιγμή να βγει από την  «οικογενειακή κοιλιά» είναι μόνος καλός. Το συναίσθημα του θυμού λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα ότι μία κατάσταση δεν μας ταιριάζει πια και το να μπορούμε να το αντιληφθούμε είναι μόνο καλό. Εάν όμως μείνουμε μόνο στην αντίδραση του θυμού θα κάνουμε απλώς επαναστάσεις και δεν θα επιχειρούμε καμία ουσιαστική δράση αλλαγής προς νέες καλύτερες συνθήκες ζωής. Θα προσπαθούμε με λίγα λόγια να πείσουμε τους γονείς ότι «μεγαλώσαμε» και δεν θα κάνουμε τίποτα που να φανερώνει το μεγάλωμά μας. Γιατί αν η εστία προσοχής είναι το να πείσουμε απλώς τους γονείς μας τότε μιλάμε για εφηβική αντίδραση και όχι για ενήλικη στάση. Η ενήλικη στάση εμπεριέχει σεβασμό απέναντι στα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας. Η ενήλικη στάση σημαίνει και δυνατότητα ενήλικου τρόπου σχετίζεσθε κάτι που καμία σχέση δεν έχει με παρορμητικές αντιδράσεις φυγής ή απόσυρσης. Αν στόχος είναι η επιδίωξη των προσωπικών στόχων και το άνοιγμα των φτερών μας προς τη ζωή, δηλαδή κάτι καλό, όμορφο και ζωντανό, τότε μόνο με στάση ζωντάνιας και ομορφιάς έχουμε να το υπερασπιστούμε και όχι με διάθεση και όρους σύγκρουσης. Έχουμε όμως παράλληλα να κατανοήσουμε και τη δυσκολία και την αντίσταση των γονέων στις πραγματικές της διαστάσεις και όχι ως άρνηση και καταπίεση. Στα πλαίσια αυτά η ανακοίνωση των αποφάσεων έχει να λάβει τη διάσταση του μοιράσματος ανάμεσα σε ενήλικες. Έχει να γίνει με τρυφερότητα απέναντι στους ανθρώπους που αποχωρίζονται το ρόλο τους ως φροντιστές και μέχρι τη στιγμή αυτή τον επιτέλεσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν. Έχει να γίνει όχι με όρους εγκατάλειψης αλλά ζητώντας τους την «ψήφο εμπιστοσύνης» τους για τα μελλοντικά μας επιτεύγματα.

Αν αυτός ο αποχωρισμός γίνει με τέτοιους όρους, όρους εκ νέου γέννησης, όρους καλής ολοκλήρωσης του έργου των γονέων που με την αφοσίωσή τους και τη φροντίδα τους δημιούργησαν ανθρώπους που μπορούν να σχεδιάζουν τη ζωή τους και να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις, τότε δεν θα έχουμε κλίμα σύγκρουσης, αλλά εμπλουτισμού σχέσεων, αναγωγή των οικογενειακών δεσμών σε νέο επίπεδο.

Αντίστοιχα, και οι γονείς με τέτοιο τρόπο έχουν να αντικρύσουν την ενηλικίωση των παιδιών τους: σαν ολοκλήρωση του πολύχρονου έργου τους που πια ευοδώνεται επιτυχώς και που δικαιούνται να το χαρούν και να το αναγνωρίσουν στους εαυτούς τους. Γιατί αν τα δικά τους παιδιά τα ανέθρεψαν με τρόπους που να μπορούν να γίνουν πια τα ίδια δημιουργοί ζωής οφείλεται στις δικές τους καλές πρακτικές. Έχουν λοιπόν να μεταβολίσουν το ενδιαφέρον τους και τις φροντίδες που παρείχαν σε ευχές και εμπιστοσύνη στους στόχους και τα όνειρα του παιδιού τους, που πια ενηλικιώθηκε.

Δεν μιλάμε λοιπόν για αποχωρισμό από τους γονείς αλλά για χαιρετισμό, αναγνώριση και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν το παιδί ξεκινάει να μαθαίνει ποδήλατο χρησιμοποιεί βοηθητικές ρόδες. Όταν πια φτάσει να κάνει ποδήλατο χωρίς αυτές, η επιτυχία ανήκει τόσο στους γονείς που του έμαθαν να εμπιστεύεται την ικανότητά του να ισορροπεί όσο και στο παιδί που εμπιστεύτηκε το βλέμμα τους ότι θα καταφέρει.

Αν το πέρασμα στην ενηλικίωση σημαίνει ανθρώπους που λαχταρούν να γίνουν δημιουργικοί επαγγελματίες, αυτόνομοι και φιλόδοξοι νέοι, ζωντανοί φίλοι, στοργικοί γονείς, γιατί να μιλάμε για οικογενειακή κρίση και όχι για επιτυχία της λειτουργίας της οικογένειας τελικά;